Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020

 

ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

 

Ο παππούς με σακούλι των ούρων,

τη μασέλα του Ι.Κ.Α βροντά,

(τις μορφές μη θυμίζοντας κούρων),

μες στον κρύο κι υγρό μας οντά.

 

Στο τραπέζι κοτόπουλο –σούπα,

για Χριστούγεννα πρώτης γραμμής,

«ρε Καιτούλα για πιάσε τη κούπα»,

«τεμπελόσκυλο  δε με γαμείς;»

 

Τα παιδιά στις Ουτρέχτες γιορτάζουν,

σε τραπέζια δικά τους αλί,

τους γονείς μοίρα δεύτερη βάζουν,

κλήση skype και τούτο αρκεί.

 

Κι ενώ γεύμα κυλά μ΄ «ευφροσύνη»,

κι είμαι pronto να ψάλλω μια ωδή,

ο παππούς μες στης μέθης την δίνη,

αμολάει μια κούφια πορδή.

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2020

 

Η Μετανοιωμένη


Έστρεψες κι είπες-αύριο θε ν΄αγαπώ,

ότι δεν μπόρεσα ποτές μου ν΄αγαπήσω.

-Κοίτα…Σαν βάδισες μια τέτοιαν ατραπό,

κομμάτι δύσκολο να κάμεις τώρα πίσω.

 

Τόλμησες πάλι-στέκεις όμοια σπαθί,

βαθιά που μπήγεται χωρίς καμμιά συμπόνοια.

-Είναι καλύτερο η αγάπη να χαθεί,

είπα και μούχρωνε Σαββάτο στην Ομόνοια.

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2020

 

Άγγελος –Βοϊδάγγελος


Δεν ήταν μέρα που την σβήνεις βιαστικά,

στο ημερολόγιο παγαίνοντας σε μι΄άλλη,

δεν ήταν μέρα για κονάκια παστρικά,

με λαχανόσουπα, σομπίτσα και το σάλι.

 

Ήταν μια μέρα γι΄Αρχαγγέλου το σπαθί,

και για συνάντηση με θίασο αγίων,

ήταν η μέρα η ανάσα να χαθεί,

της πλερωμής μέχρι δεκάρας των παγίων.

 

Κι ήμουν ξηντάρης, γκέκας άσπρος, θλιβερός,

παραδομένος στη βροχή και το ραγιάνι.

Βραχνά ο Άγγελος: «Σε τέλειωσ΄ο καιρός…

Τη χέρα δώσ’ μου, στην απάνω ας πάμε στάνη».

 

Κι εγώ που λάτρευα τις πτήσεις γενικώς,

και τις ανάρμοστες φιλίες μ΄Αρχαγγέλους,

στάθηκα πάλι γι΄άλλη μιά εριστικός:

«Βρήκες Βοϊδάγγελε τον δρόμο επιτέλους;»

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2020

 

Η μέσα πλάση


Ήταν κλαδί λιανό η μέσα πλάση,

που ξενυχτούσες σαν ώραίο πτώμα,

ξεγελασμένος απ΄το δάνειο χρώμα,

την φορτωμένη όλο πλουμίδι φράση.

 

Και πριν να ξημερώσει είπες: «Φτάνει,

το ψέμα σου  εννόησα που κρύβεις

στο μαύρισμα το άγουρο της ήβης,

των ηδονών σαν βάζεις το φουστάνι».

 

Αργά πολύ αργά για σένα τώρα…

Δες γύρισε ανάστροφα η πλώρα,

προς Λωτοφάγων χάρτινο νησί.

 

Ο θάνατος δεν έχει σημασία,

σαν έρχεται σε μιαν ακτή χρυσή,

γεμάτος υποσχέσεις κι υγρασία.

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2020

 

Κυφός


Βροχή θα πέφτει σαν πεθάνεις,

μια Κυριακή Αποκριάς…

Μαλλί θα τρώνε της γριάς

παιδιά, ενώ εσύ ο αλάνης,

 

θα τα χαζεύεις από ύψος,

με τη λαχτάρα του γυμνού,

να βρεί πουκάμισου λινού

φωλιά. Πεντάρων δέκα Φρίξος,

 

κινώντας πάντα προς τον Άδη,

τον κορεσμένο από καιρό,

μ΄ένα θλιμμένο μπολερό,

θα γένεις γι΄άλλη μιά σφαγάδι.

 

Βροχή θα πέφτει να το ξέρεις,

και μην ελπίζεις σ΄Άγιο Φώς.

Έτσι που έζησες κυφός,

γραπτό κι εκεί να υποφέρεις.

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2020

 

Ο πρόστυχος


«Τα νιάτα θέλουν προστυχιές,

τα γερατειά νηστεία,

κι αυτές στα στήθια μελανιές,

μου φέρνουνε  αηδία.

 

Ότι χιονιάσαμε τα δυό,

και τα πολλά να λείπουν.

Τα σώματα μας ρημαδιό,

σε λίγο πια εκλείπουν.

 

Και τι θα ΄πεις στον Γεραμπή;

Κυρά μου με καψώνει,

όταν στερνή αναλαμπή,

ταχιά κοντοζυγώνει;»

 

«Δεν είναι για την ηδονή…

Είναι για το γαμώτο,

για το σαράκι που φωνή,

απόκτησε και χνώτο.

 

Μέχρι να δω κυρά ν΄ανθούν,

τ΄ανάποδα ραδίκια,

κορμιά μας άφες να μιανθούν,

και βουρ για ραχατλίκια».

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020

 

Το παλτό


Χριστούγεννα θα ΄ρθείς μ΄ένα παλτό

κατάμαυρο που φόραε ο πατέρας

αρθρώνοντας: «Το σύστημα φθαρτό

και ψέμα των χρηστών αρνών το γέρας».

 

Και τρώγοντας με βιάση το ψωμί,

στη πρώτη κατασκότεινη ταβέρνα

θ΄αποτολμήσεις: «Μάγισσα χλωμή,

σαγίτεψε καρδιά και νου και φτέρνα.

 

Ο χρόνος ποιόν μπορεί να λυπηθεί;

Κανέναν, περισσότερο εμένα,

τον άνθρωπο παλτό που ΄χει ντυθεί,

ελπίζοντας σε δεύτερη μιά γέννα».

 

Χριστούγεννα θα ΄ρθείς μ΄ένα παλτό.

Εσύ αλήθεια; Μήπως ο πατέρας;

Στο χέρι διαβατήριο πλαστό,

τα φύλλα του θα παίζει ο αγέρας.