Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012


          Γραμμή σκιάς

 

Με ρώτησες μια νύχτα τι θα πει,

να τριγυρνάς με χώματα στο στόμα.

<<Και στου ουρανού ακόμη τ΄άγιο δώμα,

είμαστε μ΄ένα τρόπο αλλοδαποί.

 

Το λεξιλόγιο μάλλον βασικό

και πρέπει από τώρα να το μάθεις.

Ετοίμασε επίκληση, προτάσεις

και χάρτη παραδείσου δασικό.

 

Αχόρταγη η σάρκα για φιλιά.

Το ξέρω μα δεν έχει σημασία.

Δεν παύει να ασκείς μια ακροβασία

και να περνάς στη μέση σου θηλιά.

 

Τα λόγια περιττεύουν. Τι τα θες;

Αλί σ΄αυτόν που φούμο τα φτερά του

έχει περάσει. Τέλη αοράτου

και δύο τον περιμένουνε ταφές>>.

 

 

Με ρώτησες μια νύχτα τι θα πει

να σεργιανάς με χώματα στο στόμα.

<<Οσμίσου των αλύτρωτων τη βρώμα

και πρόσεξε η χάρις μη κλαπεί>>.

Ο Αποθαμένος κι η Αποκριά

 

Απόκριες θα έβγει ο αποθαμένος,

κρασί να πιεί στης Πλάκας τις ταβέρνες,

φαρμακωμένες μνήμη οι δυο του φτέρνες,

παντού κι εδώ κι εκεί και πάντα ξένος.

 

Αργός βηματισμός μεσ΄ τα σοκάκια,

μπροστά σε σπίτια γκρέμια  θα τον βγάλει.

Η ξαστεριά γυμνό θα δείξει αφάλι,

μαύρο το αίμα απάνω στα πλακάκια.

 

Κι απ΄τα μεγάφωνα στριγκλιές αρχαίες,

με άχυρα πλαγγόνα θα γεμίζουν,

σάρκα να βρει αφράτη  ν΄αγκαλιάσει.

 

Δεν συγκρατούν βραχέα οι κεραίες.

Καλοκυράδες για ψυχή θα ερίζουν,

που χρόνια πριν στα ζάρια έχει χάσει.

 

 

 

 

 

 

 

           Ο Γέρος και η Πόλη

 

Σ΄αυτή τη πόλη γέρασα μέσα σε δέκα χρόνια,

χρόνια στραβά, χρόνια λερά ( ενός νεκρού σεντόνια

που τα πετάνε οι συγγενείς σε κάδο απορριμμάτων).

Γέρασα είπα θεατής θιάσων αοράτων.

 

Πυρετιασμένα και ωχρά τα φώτα ταξιδεύουν,

σπασμένα πάνω στα νερά. Θαρρείς και κοροϊδεύουν

την τόση μου απελπισιά, την τόση ερημία.

Φώτα σπασμένα που καλούν με βιά σ΄αποδημία.

 

-Άνιση η μάχη-, κρώζουνε οι κόρακες του Πόε,

ξυλάρμενη αφήνοντας τη κιβωτό του Νώε.

-Ποτές πια τώρα-, στο αυτί μου λένε με φωνίτσα

ανθρωπινή και ψάχνουνε στο κάστρο μια φωλίτσα.

 

Χαλκίδα εσύ Σκαρίμπεια, Χαλκίδα του Φαβιέρου,

πρόστρεξε σε βοήθεια του γέροντα του απτέρου

και πάρε τον στης γέφυρας τις μαύρες αλυσίδες,

ρίξε τον μέσα στο νερό και κάμε πώς δεν είδες.

 

Σ΄αυτή τη πόλη πένθιμα θα ηχήσουν οι καμπάνες.

Απόγιομα Αποκριάς που θα κρατάει ροκάνες,

λέσι θα βγάλει η νοτιά μπροστά στα καφενεία,

κλονίζοντας για μια στιγμή, της σχόλης την ανία.

               Ψυχή

 

(Στη Μαρία Φ.)

 

Λιπαντικά χρειάζεται η ψυχή

να έβγει απ΄το σώμα, να πετάξει.

Την άχαρη ζωή ν΄αφήσει πίσω της,

το παρελθόν το γκρι μήπως κι αλλάξει.

 

Τα δέντρα χαιρετά, τους κήπους, τα νερά,

την άνοιξη που μπαίνει μεσ΄τη πόλη.

Πια πίσω δεν κοιτά κι ανοίγει τα φτερά,

αργά-αργά προς τη μεγάλη Σχόλη.

 

Ένα κρασί έχει ανάγκη η ψυχή

να ζαλιστεί, να χάσει το στρατί της.

Ξεχνώντας το τι έζησε, να γελαστεί.

Στους ουρανούς να αναστηθεί κομήτης.

 

Ένα φιλί γυρεύει η ψυχή

κι ένα παλιό παλτό για να φορέσει.

Παγώνει η μοναξιά κάθε χαμόγελο.

το δίκιο της να βρει πώς θα μπορέσει;

 

Τα δέντρα χαιρετά, τους κήπους, τα νερά,

την άνοιξη που μπαίνει μεσ΄τη πόλη.

Πια πίσω δεν κοιτά κι ανοίγει τα φτερά,

αργά-αργά προς τη μεγάλη Σχόλη.

 

      Μαγεία των Χριστουγέννων

 

Βδελύσσομαι τη φάτνη, τα λαμπιόνια.

Τα έλατα μου φέρνουν αλλεργία.

Κι αν πεις για του καμπαναριού τα χιόνια;

Μακάρι να κατέβουν σ΄ απεργία.

 

Τι φρικωδία αυτά τα τριγωνάκια

τα κάλαντα να ηχούν σε τόνους φάλτσους.

Μαζέψτε τα γονείς κι ας είν΄παιδάκια,

προτού κάποιος τρελός μοιράσει μπάτσους.

 

Κι ένα μονάχα πράγμα όλο κι όλο

που τη καρδιά μου αναγαλλιάζει ως τα βάθη,

είν΄ το θερμόμετρο που βάζουνε στο κώλο

της γαλοπούλας της στριγκλιάρας για να μάθει.

 

Στα πορφυρά ντυμένο κάθε βόδι

Θα παριστάνει τον Άγιο-Βασίλη.

Ποια Καισαρεία; Απ΄το Χιλιομόδι

ήρθε ντουγρού το παχουλό ρεζίλι.

 

Πάρτε τους κουραμπιέδες από εμπρός μου.

Δίπλες, μελομακάρονα; Μια αηδία.

Ζαχαροπλάστης είν’ ο πεθερός μου,

Δεν κάνουν λέει μήτε για κηδεία.

 

Κι ένα μονάχα πράγμα όλο κι όλο

που τη καρδιά μου αναγαλλιάζει ως τα βάθη,

είν΄ το θερμόμετρο που βάζουνε στο κώλο

της γαλοπούλας της στριγκλιάρας για να μάθει.

 

Χριστούγεννα λοιπόν μην ξημερώσουν.

Ας μη βαρέσουν χαρωπά οι καμπάνες.

Έτσι κι αλλιώς τον Μπέμπη θα σταυρώσουν.

Κάλλιο από σήμερα να κλάψουν μάνες…

 

 

          Μη γελαστείς

 

Χαράματα θα ρθούν μ΄ένα κλειδί

τη πόρτα του κελιού σου και θ΄ανοίξουν.

Μη γελαστείς. Μη πεις ότι τη γλύτωσες…

Στο λάκκο των λεόντων θα σε ρίξουν.

 

Ίσως κρασί σου φέρουν σε βαθύ

ποτήρι να το πιείς και να ευθυμήσεις.

Μη γελαστείς. Μη πεις ότι τη γλύτωσες…

Της μάνας σου το γάλα θε να φτύσεις.

 

Παρηγοριάς δυό λόγια θ΄ακουστούν,

τις χειροπέδες κάποιος θα σου βγάλει.

Μη γελαστείς. Μη πεις ότι τη γλύτωσες…

Σε λίγο θα σου κόψουν το κεφάλι.

 

Στη μάντρα της πικρής Καισαριανής

Σαν άντρας κι αν σταθείς μπρος στα θηρία.

Μη γελαστείς. Μη πεις ότι τη γλύτωσες…

Για σένα θα σιωπήσει η Ιστορία.

              Ανεπίδοτη Επιστολή

 

Κακό κι ολέθριο χωριό τα λίγα σπίτια.

Βάλε και θάνατο να παίζουν οι ζουρνάδες.

Με κόπους μύριους σέρνω φίλε τρείς αράδες,

τι λερωμένα έχω ο δόλιος τα σιρίτια.

 

Μαύρο καράβι κάθε νύχτα με προσμένει.

Την ανεμόσκαλα κρατώ με τρύπια χέρια.

Στης Ελευσίνας το βωμό κάποια ιέρεια,

μου είχε πει: << Θνητέ, το βύσσινο να μένει>>.

 

Σαθρό το σπίτι όλο ρωγμές. Πέφτουν σοβάδες.

Τις Κυριακές αυτομολούν οι καρδερίνες,

μες΄του κλουβιού τους παρασύρονται τις δίνες

και σιωπηλές μένουν για ολάκερες βδομάδες.

 

Κάθε νεκρός ψάχνει πνεμόνι να ανασάνει.

Του χει στερήσει ο Άδης πόρτα και στασίδι.

Όλη η Κανά πουλάει με δόσεις τόνους ξύδι,

μολεύοντας το με νερό του Ιορδάνη.

 

Άλλο να γράψω δεν μπορώ. Πένα αφήνω

και σε σκυλάδικα τις μέρες μου κηδεύω.

Όσο ακόμα είναι καιρός θα κοροϊδεύω,

ότι ταχιά τα γέλια θα μου βγουν σε θρήνο.