Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013


Ένας Μανώλης

 

Ξεκάλτσωτος στης Φάτνης τους χειμώνες,

με δέος αγροικάω τους πιστούς,

να μου γυρεύουν νοίκια και μισθούς,

χρεόγραφα, πεντάρια, ελαιώνες.

 

Εγώ ειμί πολλά πτωχός και πένης.

Φραγγέλιο προσμένω και σταυρό.

Μην ψάχνετε σε με τον Θησαυρό,

Στον πάγκο του ο κάθε σκατογένης.

 

Ποιος είπε Ιησούς; Απλά Μανώλης.

Τριάκοντα τριών Μαΐων μόλις.

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013


Ο Μικρός Τυμπανιστής



Τον άνεμο μπιζέρισες, του πένη το καμίνι

και τα βραχώδη πρωινά του Μάρτη. Σιγανά,

την πόρτα πίσω σφάλισες και βγήκες στην Ασίνη,

το πιο κακόμοιρο εσύ απ΄όλα τα ορφανά.

 

Στην τσέπη πέντε γράμματα φρικτά τσαλακωμένα,

με παραλήπτη άγνωστο. Ποιος να σε θυμηθεί;

Οι ουρανοί να στάζουνε δέρμα, χολή και βλέννα,

σαν ένας Δελφικός χρησμός που αρνιέται να λυθεί.

 

Το δειλινό συνάντησες τον γέρο-Παγοπώλη,

με τη στλεγγίδα τη χρυσή να ψάχνει για ψιλά.

Σε ρώτησε τι χάλευες, στην κούφια εκείνη πόλη

κι ακούμπησε το χέρι του στον ώμο σου δειλά.

 

Δεν είχες μιαν απάντηση να δώσεις, μιαν αγάπη

να σου βαστάξει την καρδιά στη θέση της γερά.

Της ορφανιάς αλλοίμονο, μαργώνει το δρολάπι

κι αφήνει πάντα ίζημα στ΄ανήσυχα νερά.

 

Άκου τα λόγια που θα πω στερνή φορά και πρώτη.

Τα κύμβαλα θε ν΄ακουστούν μεσάνυχτα σωστά.

Έχεις να κάνεις με Θεό αληταρά και πότη,

που κάθε αμαρτίας σου μετρά τα χιλιοστά.

 

Πέρνα λουρί και κράτησε το τύμπανο αντρίκια.

Χέρια βουβά. Μη φοβηθείς σιωπή να μοιραστείς.

Κάλλιο στης αγοράς το ρου να διαλαλείς φιστίκια,

παρά ένα κάλπικο Θεριό, ραγιάς να σεβαστείς.

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013


Σύντομο Βιογραφικό

 
Ένας σιμούν ανηλεής σηκώθηκε η ζήση

κι ας την γλυκαίνουν κάποτε αντικατοπτρισμοί

συγκερασμένων ηδονών. Μπιζέρισα τη Κτίση

και τη χαρά τη χάρτινη που δίνουν οι χρησμοί.

 

Τις χίμαιρες ξεπούλησα σε ύποπτα παζάρια,

σαν οι χρονιές οι δίσεχτες χτυπούσαν στο ψαχνό.

Λογίστηκα, ζυγίστηκα με γερανών κουφάρια

και με των ολιγόχρονων το λόγο το βραχνό.

 

Δεν είχα σθένος μια σταλιά τη πλάτη να γυρίσω,

σε όλα εκείνα τα δεινά, στις πράξεις τις φτηνές.

Μύρια πιασμένος άγκιστρα, με τι ψυχή να λύσω,

τα γόνατα να πορευτούν εκτάσεις ορεινές;

 

Και να που ξάφνου βρέθηκα γυμνός στα  μπηλοζήρια,

κραδαίνοντας αδέξια  μολύβι και σπαθί.

Οι κήνσορες το γράψανε με χίλια τεμπεσίρια,

πως κάθ΄ελπίδα έσβησε, το παν έχει χαθεί.

 

Στη λασπουριά των αφανών και την ιλύ των λίγων,

που βάπτισαν παράδεισο το θέατρο σκιών,

δοκίμασα ανόρεχτα το μάνα των προσφύγων,

πριν γαντζωθεί απάνω μου η λάμια της Λυών.

 

Ξημέρωσε…Τι καρτερώ; Με τη ψυχή στο στόμα,

φορώντας κούκο ναυτικό με τόλμη περισσή,

θα στρέψω το πηδάλιο προς το μεγάλο Κώμα,

και των Μακάρων το λαμπρό σαν θέατρο νησί.

 

 

 

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013


Προς τη Δύση


Ψυχρός στων μιναρέδων τη σαγήνη,

τα βήματα με φέρνουν δυτικά,

σαν κάτι ορφανά ραχιτικά,

που ψάχνοντας στους χάρτες την Ασίνη,

 

δεν βάσταξαν τα βρώμικα πορθμεία

και στήσανε καλύβι αψηλά.

Με τσέπη αδειανή από ψιλά,

ότι απομένει ζω εν συντομία.

 

Στο διάβολο ποιμένες και προφήτες.

(Ερμοκοπίδες κάνω συντροφιά).

Όλοι μαζί κινούμε μια γροθιά,

της λήθης πεζικάριοι, για ήττες

 

πρωτόγνωρες. Έξω τραβώ το λούγκερ.

(Γύρω σφυρίζουν φίλια πυρά).

Υψώνοντας το φρύδι τολμηρά,

στης Κόρης αποσύρομαι το μπούνκερ.

 

 

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013


Πατημένα Πενήντα

 
Τα σχόλια να μένουν. Βιαστικά

τα χρόνια μου διαβήκανε και πάνε.

Στους άνεμους τους τέσσερις σκορπάνε

και Λένα και Καλή και Ναυσικά.

 

Τα σχόλια να μένουν. Το σπαθί,

στη θήκη του σκουριάζει. Την ασπίδα,

την έχασα στα ζάρια για μια Λήδα,

απόγιομα Σαββάτου στο Βαθύ.

 

Τα σχόλια να μένουν. Πυρκαγιές

δεν πύργωσα, δεν τόλμησα ποτές μου.

Ίσως και να ΄μουν θύμα καταδέσμου.

Μ΄αφάνισαν αρές, γλωσσοφαγιές.

 

Τα σχόλια να μένουν. Τώρα πια,

χειμέρια τα πράγματα. Πιστόλι,

μια μέρα να ν΄γιορτή και να ΄ναι σχόλη

κι ρίχτε μου το λέσι στα σκυλιά.

 

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013


Μια Αναχώρηση



Στην τρώγλη της Λεσίνας κατοικώ.

(Ο Διάβολος τεντώνει το ταμπούρλο).

Πενήντα χρόνια τώρα βλέπω τρούλο.

Το ίδιο πάντα μούτρο αφεντικό.


Φορέματα ζητιάνου. Ταπεινός

ο ρόλος μου, στυγνός κι ο Θεατρώνης.

Τι βράδυ, τι πρωί; Το άστυ κόνις

και που του Βακχυλίδη ο ληνός;

 
Ξημέρωμα φρικτό σαν πιστολιά.

Η Πρέβεζα κοντά στα πέντε βέρστια.

Θα φύγω μιαν αυγή με μπάρκο-μπέστια,

αλλού να στήσω μνήμες και φωλιά.

 
Απόνερα μιας δύσκολης ψυχής,

με σπρώχνουν προς τη γη των Λωτοφάγων.

Στα Πριζουνίκ τα σκύβαλα των Μάγων,

ανάκατα με είδη αναψυχής.

 

 

 

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013


Γιατί και ο Ποιητής παραμένει Άνθρωπος

 
Ας βγάλω τέλος πάντων τα σκουπίδια.

(Ο στίχος μου μπορεί να περιμένει).

Συχνά με λυρισμό η Μούσα ραίνει,

αυτούς που αντιπαλεύουνε σαρίδια.

 

Ας βάλω τις πιζάμες με τ΄αρκούδια.

Η παγωμένη νύχτα, βάρκα δίνει

του Ποιητή, να πνίξει τη Φροσύνη,

για να της γράψει πένθιμα τραγούδια.

 

Ας βρω το βιβλιάριο τραπέζης,

πουρνό-πουρνό την σύνταξη να πάρω.

Καλές οι διαχύσεις με τον Χάρο,

μα βάρδα από τον Κώστα της Πρεβέζης.

 

Σαν να με παρασκότισε η γκιόσα.

Που πάω και βρίσκω ο βλάκας τέτοια ζώα;

Αλήθεια, που να βόσκει ο Πεσσόα

κι εκείνο το οικόπεδο στα Λιόσια;