Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014


Επίχρισμα

 
 
Επίχρισμα θα κλέψω από τη μήτρα,

μιας εποχής που κιότεψε να ΄ρθει.

Τα γόνατα φρικτά έχουν γδαρθεί,

σε προσευχές γελοίες. Μες στη χύτρα,

 

τα σπέρματα κοχλάζουν των αχρείων.

(Για με δεν συγχωρείται γυρισμός).

Ενάντιος ας είναι ο χρησμός,

κατέχω τρόπο να γδυθώ το πύον.

 

Επίχρισμα θα κλέψω και θρεψίνη.

Καλά θα την βολέψω για καιρό.

Ψωμάκι λίγο έστω και ξερό,

μια γαλανή το μάτι να μου λύνει.

 

Ο Δάσκαλος καλά τα περιγράφει.

Οι λιγοστές ανάγκες τώρα πια,

το έχει μου, τα δυο μου τα κουπιά,

σ΄αυτό το μπάρκο που παγαίνει στράφι.

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014


ΕΝΟΣ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ ΤΑ ΔΩΡΑ ΠΑΝΩ ΑΠ ΤΟΝ ΑΛΙΑΡΤΟ

 
 
Ανθοσκεπής θα γείρω μέσα σ΄όρυγμα,

με δάχτυλα καλώς συγκερασμένα.

Κατάρες βιβλικές για καλωσόρισμα

και τα φιλιά διπλά μανταλωμένα.

 

Κάθε γνωστός σκληρά θα μ΄αποστρέφεται,

φορώντας την γραβάτα του Ιούδα.

Ο δούλος του Θεού απόψε στέφεται,

με φορεσιά την σάρκινη του φλούδα.

 

Σαν τι να ειπώ; Ματόφυλλα κατάκλειστα,

στο στέρνο κοκκινόμαυρο και λάδι.

Τα όνειρα στο κύμα ασκανδάλιστα

και το «CINE Αργώ» απολειφάδι.

 

Κατά τις τρεις το φάσμα του Γεννήτορα,

Θα δώσει ρεσιτάλ επί του τάφου,

προς χάριν του Υιού του Επιβήτορα,

εμού κι ενός γκρινιάρη φωτογράφου.

 

Και ξαφνικά σκοτάδι. Οφθαλμίατρος

με γάζες και τσιρότα θα τυλίξει

το πνεύμα μου. Στα πόδια ο Αλίαρτος,

-σανίδα ικριώματος- θα τρίξει.

 

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014


ΑΛΕΥΡΟΠΟΛΕΜΟΣ

 

Με μια τροκάνα βγήκα στα μπεντένια

και φώναζα στεντόρεια: «Ελάτε

σαν σας βαστά. Πρώτος εσύ μελάτε,

κατόπιν η γυναίκα με τα γένια».

 

Το θάρρος ξεχειλούσε απ΄τα μπατζάκια.

(Βοηθάει όσο να ΄ναι το χασίσι).

Τη φύση μου τους μόστραρα εν στύσει,

τους τούρλωνα γυμνά τα κωλαράκια.

 

Το πρώτο βέλος βρήκε την παλάμη,

το δεύτερο σφηνώθηκε στη φτέρνα,

το τρίτο με σακάτεψε σαν σμέρνα,

τρυπώντας το ζερβί μου το καλάμι.

 

«Θανατικό και μόρα να σας εύρει

σκατόπαιδα. Δεν είστε για παιχνίδι…

Διμούτσουνο που να σας φάει φίδι,

τον πόλεμο δεν κάναμε μ΄αλεύρι;»

 

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014


Ο Χριστός σταμάτησε στο Περιστέρι

 
Αργύρια τριάκοντα κατάτι.

Βάλτε και πέντε μεταφορικά.

Για πράγματα μιλάμε επικά,

μέσα στων επιγείων την απάτη.

 

Δεν σας χρεώνω Δάσκαλο και τέτοια…

Μονάχα Εφορία και ταξά.

Να μείνει κατιτίς για μι΄αλλαξά

και για της γυναικός τα μερεμέτια.

 

Το χρήμα Μάγκες θέλω μετρητοίς.

(Καμιά σε ιερείς εμπιστοσύνη).

Με ρίχνετε τον δόλιο σε μια δίνη

και το παιδί στην Άρτα φοιτητής.

 

Αργύρια τριάκοντα στο χέρι

και στ΄Άλσος ραντεβού στο Περιστέρι.

Οίκος Ευγηρίας

 
 
Ένα νησί κατάσπαρτο αισθήματα,

βουλιάζει στα στενά της αρτηρίας.

Βραχνά θα τραγουδώ: «Πέσατε θύματα

αδέλφια εσείς», σε οίκο ευγηρίας.

 

Το παρελθόν θα μοιάζει με χορεύτρια,

που σπάζοντας τα πόδια της στον  πάγο,

βρήκε μια στέγη κάπου στην Ερέτρια

και στα νερά της Εύβοιας τον Τάγο.

 

Της προσευχής το κίβδηλο το νόμισμα,

πως να ξοφλήσει πνεύμα τοκογλύφου;

Στων Αχαιών λικνίζομαι το πόλισμα,

με συριγμούς και ήθος αναγλύφου.

 

Γερτός θα πω του Άμλετ το φληνάφημα,

κρατώντας αντίς καύκαλο πιστόλι.

Βαρύ του βίου στάθηκε το άθλημα

κι ένας μπερντές το Σύμπαν στην ασβόλη.

 

 

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014


Του Φίλου

 
Ο Φίλος στάχτες γένηκε. Ολονυχτίς το χιόνι,

ξεπάτωνε με το σπαθί τους κήπους της αγάπης.

Περίμενα πειθήνια. Σαν έφτασ΄ο Χασάπης,

τη θαλπωρή παράτησα και βγήκα στο μπαλκόνι.

 

Ο Φίλος στάχτες γένηκε την ώρα του Αποδείπνου.

(Θα ΄χουν σκορπίσει ως την αυγή στους πόλους δίχως άλλο).

Μπαϊλντισμένος κει ψηλά στερνό σαλεύω μπάλο,

την λεπιδιά προσμένοντας του Κοεμτζή του Ύπνου.

 

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014


Ο Κομπάρσος



Τα όνειρα μου στρίμωξα στο γιούκο

και πήρα το στρατί των αφανών.

Αχ Κάρμεν, Νόρμα, Τζίλντα και Μανόν,

μ΄αφήσατε μονάχο σαν το κούκο,

 

σε θέατρο σκιών στην Αλιστράτη,

μια νύχτα που θρηνούσε ο Θρακιάς.

Ληστές τα χρόνια χάριν παιδιάς,

με το πιρούνι μου ΄χυσαν το μάτι.