Τετάρτη 21 Μαΐου 2014


Τα Μεσημέρια
 
Στη Πόλη κοχλαστά τα μεσημέρια.

Ανοίγω την ομπρέλα μου τη μαύρη,

δίχως μια στάλα δισταγμό. Οι Ταύροι,

σφαδάζουν περιμένοντας τ΄αστέρια

 

και τη δροσιά της έρημης αρένας.

(Δεν έχω πια τη θέληση να ζήσω).

Αργά, πολύ αργά να κάνω πίσω

και να μποδίσω τη ροή της βλέννας.

 

Στη Πόλη κοχλαστά τα μεσημέρια,

θερμός κι ο Νεκροθάφτης: «Τι χαμπέρια;»

 

 

Τρίτη 20 Μαΐου 2014


Ξάγρυπνος στην Ασίνη

Τις νύχτες σαν σκαλίζω τα κιτάπια,

μια σέρτικη ομίχλη όλο κόρνο,

(Υλαγιαλής στηθάρι για τον πόρνο),

φυγομαχεί στις κρύπτες με τα χάπια.

 

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ. Δέλτα, ταυ σβησμένα.

Η κάμαρη στο νότο. Πίνω βύνη…

Σαν με ρωτούν την πόλη μου: «Ασίνη»

τους απαντώ, «Ασίνη από γέννα».

 

Ο Πλάτωνας ορθρίζων, ο Σωκράτης

κι ανάμεσα εγώ της απουσίας

γόνος, ταξιδευτής Αχερουσίας,

τα γιατρικά βυζαίνω της απάτης.

 

Ελπίδα μοναχά στις εξαιρέσεις

και στις απλές χαρές του Κοινοβίου.

Εδώ, η μυρωδιά του ιατρείου

ανθεί και των αστών οι παραινέσεις.

 

Κατά τις τρείς το φάσμα του Πατέρα,

χαλεύει τη παλιά του ταμπακιέρα.

 

Παρασκευή 16 Μαΐου 2014


Η Λάχεση

 
Είδα στον ύπνο μου τη Λάχεση:

«Σου πέφτει τσίφτη μέγκλα ταξιδάκι.

Στ΄απύλωτο σου λίγο παραδάκι

και βουρ. Τι θες αντιπαράθεση».

 

Είδα στον ύπνο μου τη Λάχεση:

«Σύρε τα μπαλωμένα σου να βάλεις.

Γαμπρός σαν αριβάρει ο Μιχάλης

κι άσε στους γιούς σου την κατάθεση».

 

Είδα στον ύπνο μου τη Λάχεση.

Συντρόφια, φεύγω με μετάθεση.

 

 

Πέμπτη 15 Μαΐου 2014


Κρεμάστηκα
 
Κρεμάστηκα νωρίς στους λεπτοδείχτες.

(Αρρώστια η ζωή, όλο πιο κάτω).

Τα σκαπτικά πανέτοιμα. Το τράτο

δεμένο με κρατούσε και τις νύχτες.

 

Επίχρισμα για αφέψημα. Η κοίτη

σπαρμένη φληναφήματα ερώτων.

Πατρίδα μου; Η Πνύκα των ασώτων

κι ο λυγμικός αστέρας του Ελύτη.

 

Κρεμάστηκα νωρίς στους λεπτοδείχτες

σα λαγιαρνί για πόρνες και για πύκτες.

 

Τετάρτη 14 Μαΐου 2014


Ο Προφήτης

Δεν θέλει να λαλήσει ο Προφήτης.

(Αφήστε τον στη τύφλα του τη μαύρη).

Που πήγε μπρε η φωνούλα του η λαύρη,

το χάιδεμα το επίμονο της μύτης;

 

Δεν θέλει να λαλήσει ο Προφήτης.

Ποιος έχει φράγκα κόκα ν΄αγοράσει

τη σήμερον; Κοντεύει να γεράσει

και θύρες κουρταλεί ο ψωμοζήτης.

 

Δεν θέλει να λαλήσει ο Προφήτης.

Και που λαλεί ποιος πούστης τον γροικάει;

Βαρέθηκαν τα ουαί του και τα βάι.

Στις πιάτσες βρώμα βγήκε: «Σοδομίτης».

 

Δεν θέλει να λαλήσει ο Προφήτης.

Ρωτεύτηκε ο άλουστος αγρίως.

Καμπύλος πια ο λόγος του και λείος,

ήβην δοξολογεί της Αφροδίτης.

 

Δεν θέλει να λαλήσει ο Προφήτης.

Τον έχωσε μια γκιόσα στο βρακί της.

Τρίτη 13 Μαΐου 2014


Ξενύχτησα
 
Ξενύχτησα διαβάζοντας Ελύτη.

Η θάλασσα,  σα πόρνη ξεψυχούσε

στα φλεβωμένα χέρια του αλήτη.

Εκείνο που δεν τόλμησα τολμούσε.

 

Ξενύχτησα καπνίζοντας. Τ΄αστέρια

γοργά θε να ξεφτούσαν μαργωμένα.

Πάνω στης προκυμαίας τα μαδέρια,

σωρός δικά σου λόγια πεθαμένα.

 

Ξενύχτησα διαβάζοντας Ελύτη,

με μόνο λαμπατέρ  την Αφροδίτη.

 

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014


Προς τη Καρδιά
 
Απρόσιτο το κέντρο της Καρδιάς.

(Βαρδιάνοι και Δυνάμεις Ασφαλείας).

Με άλογο φτιαγμένο σαν της Τροίας,

θα παρεισφρήσω Λίβας και Θρακιάς.

 

Δεν θέλω να τελειώσω εναγής.

Η ψύχρα μες στη φλέβα δε μου πάει.

Όλο ακίδα ο Κόσμος και πονάει.

Κάλλιο κι εγώ στο μάτι της σφαγής.

 

Απρόσιτο το κέντρο της Καρδιάς.

Να ζω πως το  βαστάω Άϊ-Λιας;