Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014


Άσε

Άσε να πάρω δρόμους της ανάγκης,
μ΄εκείνο το φθαρμένο μου παλτό.
Μπιζέρισα μαθές ν΄ακροβατώ.
Σου το χω πει ψιθυριστά πλειστάκις.

Να με βαστάς δεσμώτη δεν σου πρέπει.
Χαψώνεται πετρίτης σε κλουβί;
Τι στέκεις στήλη, άλαλη, βουβή;
Που βούλιαξαν τα ψεύτικα σου έπη;

Άσε να βγω σε κήπους θεριεμένους
κρατώντας κλαδευτήρι. Μια φορά
να ζει κανείς, δεν λέει, δεν φτουρά.
Αντάμα το λοιπόν με τους βρεγμένους.

Τη κλάψα πίσω. Μέσα μου ανθίζει,
το ξύλο το αρχαίο. Τώρα πια,
ο μόρος μου μια θάλασσα πλατιά,
που όμορφα ρεκάζει και αφρίζει.

 

 

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014


Πίναξ Αναχωρήσεων

 Τα ξέφωτα, οι λίμνες, τα ποτάμια,
τόσο μακριά. Ο μέσα μου ρυθμός,
σα κούφιος λιονταρίσιος βρυχηθμός,
τη μάγισσα ξορκίζει και τη λάμια

και τη βραγιά με τ΄άσπρα κυπαρίσσια.
(Πικρό της λησμοσύνης το νερό).
Ακόμη και το ένα μου νεφρό,
θα έδινα γι΄αγάπη ανθρωπίσια.

Χίλια κομμάτια χάμου ο καθρέφτης,
ακρόπρωρα της λύπης ναυλοχεί.
Ο Τιθωνός σεμνά  ιερουργεί,
τεττίζοντας: « Απόλλυται ο ψεύτης».

Κι εγώ μ΄ένα φακό κάνω σινιάλο
της βάρκας. Λίγους στίχους κατοικώ.
Φθηνό και καταγέλαστο υλικό,
για κάποιον που στερνό χορεύει μπάλο.

 

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014


Η Αιχμαλωσία του Οιδίποδα
 
Φιλέκδικα καπλάνια οι Θεοί,
μου χάρισαν περόνες για τα μάτια.
Το χέρι φτυάρι. Τώρα μ΄ελεεί,
ο στίχος με του μέτρου τα καράτια.

Χειμώνας και το τρύπιο μου παλτό,
το πέταξα, δεν άντεξα το βάρος.
Εντός μου αλυχτά ότι φθαρτό
κι ανάβει ρυθμικά Ανάφης φάρος.

Πως κύρτωσα, δεν ξέρω να σας πω.
Τα μυστικά τα έθαψα μαζί της.
Σκοτάδια με το σώμα μου τρυπώ,
πριν διαλυθώ σαθρός μετεωρίτης.

Φιλέκδικα καπλάνια οι Θεοί,
βαρέσανε καμπάνες μες στη νύχτα.
Αντάρτες, Σταυροφόροι και Φαιοί,
ζωγρήσαν με φυσώντας τη σφυρίχτρα.

 

Κυριακή 3 Αυγούστου 2014


Δεν βρίσκω πια κουράγιο να μιλήσω

Δεν βρίσκω πια κουράγιο να μιλήσω.
Τη γλώσσα μου πρησμένη και ξερή
και πάλαι για τον μπόγια φθονερή,
σαν λέσι χαλκοπράσινο θα φτύσω,

πριν πορευτώ στη χώρα των δημίων,
βαστώντας καλαμάρι και χαρτιά.
Τον αίνο μου, κοπρίτες και γατιά,
τη συνοδεία δύστροπων  αγίων

θα ψάλλουν. Ω τι ύψος καταφρόνιας!
(Στους ποιητές προπάντων σεβασμός).
Για όλους μας υπάρχει  μαρασμός,
πόσο να κατεβαίνεις στην Ομόνοια,

τους φίλους σου να δεις κάτω απ΄το γείσο,
του καφενείου «Άπορη Ελλάς».
Στις μέρες μας το παν, ένας μπελάς.
Δεν βρίσκω πια κουράγιο να μιλήσω.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014


Η Παλιά μου Αγάπη

Σαράντα χρόνια να σε δω. Θα γέρασες…
Δεν θα ναι πια για σε οι παραστάσεις.
Πικρό κρασί αν κάποτε με κέρασες,
τώρα μήτε για μπύρα να χαλάσεις.

Έναν καιρό το μάτι σαν της ύαινας,
ένα καιρό το δόντι σαν πανθήρου.
Εσύ βασίλισσα τραχιά της τρίαινας
κι εγώ: « Καρδιά μου δόλια ολοφύρου».

Μα ευτυχώς τα νιάτα έχουν πέρατα,
τα στήθια προτιμούν συχνά την πτώση.
Θα ζεις ισχνή ανάμεσο σε τέρατα,
παλεύοντας μην χάσεις καμιά δόση.

Σαράντα χρόνια να σε δω, Πριγκίπισσα…
Κάποιος μου είπε: Ψέματα; Δεν ξεύρω.
«Λυπάμαι φίλε σφόδρα αν σε λύπησα.
Σταφιδιασμένη είδα την Αστέρω».

 

 

 

 

 

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014


Στη Μακρόνησο

Μια Κυριακή απάνω στη Μακρόνησο,
τη τέντα τη σχισμένη θα μπαλώσω
και με κρασί κλεμμένο απ΄τον Διόνυσο,
της μάνας μου τη μήτρα θα εκτρώσω.

(Πέτρες γυμνές, γραμμή τα αετώματα,
οχιές εξήντα χρόνους πατημένες,
κλωβοί, αψίδες, άνω διαζώματα
και σάρκες σα πορτόκαλα στυμμένες).

Ειρωνικά της νιότης μου τα χάλκινα,
θα παιανίσουν άνεμο κακούργο.
Στις τσέπες μου για τον καπνό μια μάκινα
και στο ζερβί ομπρέλα απ΄το Χερβούργο.

Μια Κυριακή ανάθεμα στην Ποίηση
και στα φτηνά στιχάκια του μπακάλη,
μια νέα θ΄αποφύγω ψευδοκύηση,
με βόλι σφηνωμένο στο κεφάλι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014


Αυγουστιάτικος Επιτάφιος

Τα σάβανα της μνήμης θα γυρέψω,
σε βρώμικες ταβέρνες του εξήντα.
Στη «Δάφνη», στον «Αστέρα», στην «Αλίντα»,
γκρινιάζει μυστικά να τον κηδέψω,

σαν είναι βολετό. Δεν λέει να σβήσει,
η μπάντα του στερνού Επιταφίου.
(Τραυλίζουν οι κασέτες). Στάση βίου,
λιγάκι πριν με βρει κι εμέ η δύση.

 Τα σάβανα της μνήμης θα ποτίσω,
μαλαγουζιά, μοσχάτο και ρομπόλα.
Μεσάνυχτα. Φθαρμένo στη  μουβιόλα,
τo φιλμ των γλυκασμών. Μονάχα πίσω

ας γύριζε και πάλι ο Πατέρας,
να δώσει κοκκινάδι, ζέστα, χνώτο.
Δεν ευκαιρεί… «Ηράκλειον» μπισκότο,
ταγίζει τα θεριά της Φαλκονέρας.