Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014


Περιμένοντας τον Αφέντη
 
Κουτσά-στραβά τα βήματα με φέρανε,
στις τρίλιζες της Άγιας-Ελευσίνας.
Ο Φιλοκλής μ΄ένα ραβδί με ξέρανε
και μ΄άφησε να χάνομαι της πείνας.

Λίγο κρασί, μισό βρωμολουκάνικο
και τρύπιο ρουχικό άνευ αξίας
η συρμαγιά. Το ξύλο; Κρίμα κι άδικο,
ακόμα και για σκλάβο της Καρίας.

Τ΄Αφεντικό αξίζει τα Μυστήρια.
Η χέρα του θ΄αγιάσει κάποια μέρα.
Για Υπερμάχω φευ τα νικητήρια,
τη σήμερον ανάγκη να΄σαι λέρα.

Ας το βουλώσω. Μάλλον το παράκανα.
(Υπάρχουν και αυτιά που με ακούνε).
Τη βγάζω μια χαρά με λια και λάχανα.
Των δούλων η δουλειά, να υπακούνε.

 

 

 

 

 

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014


Weekend
 
Στα Πούλιθρα νυχτέρι με τον Πύρρωνα:
«Η πέτρα γράφε, όνομα δεν έχει.
Γεράκι πε την, Άστρος, Πανταβρέχει.
Οι Δώδεκα σε θέλουν μόρτη κι είρωνα.

Κατσίκια χλαπακιάζεις, λες ανέκδοτα.
Τα γιόματα χουζούρι σα μια γάτα.
Τους λόγους σου προσέχεις γκρέμια, βάτα,
γουστάρεις μα δεν ζεις κομμάτι έκδοτα.

Γυνή σεμνή, παιδάκια τρίχα μούλικα,
τη μάνα σου τη κράζαν Ευθαλία.
Μα φευ  στα πέριξ έπεσε σταλία,
και πούλησες τους δίσκους με τον Πούλικα.

Τη συμβουλή μου άκου! Φέρσου ψύχραιμα!
Κανείς ποτέ καλό δεν σου χρωστάει.
Σκυλιών το μπαίγνιο πάντα καταντάει,
όποιος τσαρδί δεν στήνει στα υπήνεμα.

Στους κολλητούς δος κλώτσο , χτύπα έρημο.
Εκεί ανθεί ο κάκτος μυριαγκάθια.
Δεν μπούχτισες κονέ με κατακάθια;
Μιας μέρας κύμα μαύρε κι είσαι Ψέριμο».

Στα Πούλιθρα νυχτέρι με τον Πύρρωνα,
τρεις ώρες με τ΄αμάξι απ΄τον Βύρωνα.

 

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014


«Cine Hellas»
 
Στου Κύκλωπα το άντρο ταξιθέτης,
χρόνους λιμνάζω δέκα μεθυσμένος.
Εξέλιπεν αλιά μου κάθε σθένος,
ο κύρης παραμένοντας μιας Καίτης

και κτήτωρ μεζονέτας προαστίων.
Οι θεατές; Προς δέσμην κολυμπάνε,
καταραμένοι πάντα να μετράνε
πλακάκια, στις πισίνες των Αθλίων.

Στου Κύκλωπα το άντρο ταξιθέτης,
νομίσματα δαγκάνω, βάζω σκούπα.
Πως κύλησα ο δείλαιος στη τρούπα,
σε τέτοιο μπαρκομπέστια ερέτης;

Ελύληθεν η ώρα να το στρίβω
απ΄το «Cine Hellas» του Πολυφήμου.
Στο πόδι μου ρεέμια οι δυό γιοί μου
κι εγώ «καλή ψυχή» στο Ροδολίβο.

 

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014


Τα Πράγματα

Τα πράγματα, γραφτό τους να στραβώσουν.
Ο δαίμονας που κάποτε αγαθός
σε χάιδευε: «Σος δούλος, ευπειθώς»,
θεριά προστάζει να σε ξεπατώσουν.

Φελέκι σου ορίζουνε στο ζάρι,
γελοίοι ποιητάδες- μαστροποί.
Μαζεύονται μια γύρα σκυθρωποί,
στη μνήμη σου να βράσουν λίγο στάρι.

Φορώντας μια γραβάτα, καμαρώνεις.
Υπάρχει πιο περίτεχνη θηλειά;
Καθώς σ΄αποκοιμίζουν με φιλιά,
την σφίγγουνε και πνεύμα παραδώνεις.

Στα νώτα  προσοχή, τον νου ξουράφι!
Σαν φίλοι θα σιμώσουν οι οχτροί,
μια σχόλη, μια χρονιάρα, μια γιορτή,
και πάει καλιά της Άρτεμης το ελάφι.

Τα πράγματα γραφτό τους να στραβώσουν.
Εταίροι ως γνωστόν θα σε σταυρώσουν.

 

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014


Συμπτωματολογία μιας Πτώσης
Αφρός μιας Veuve Clicquot με περιλούζει.
Ομπρέλα ας προτάξω. Υλακή
το σύνθημα θα δώσει για να βγει,
ο Άρχων των Μυγών βαστώντας uzi.

Στους κύλικες φαρμάκι σιτεμένο,
ερμάρι ως απάνω υπνωτικά.
Κινούμενος βολίδα πτωτικά,
τ΄αχείλι έχω διπλοσουφρωμένο.

Μικρά και κεφαλαία με κυκλώνουν
της αλφαβήτας γράμματα. Θα πω
τους τελευταίους στίχους πριν χαθώ,
ασθμαίνοντας βαριά. Για δε κουμπώνουν

κι ο λόγος μου μετέωρος; Πεθαίνει
ο Πίνδαρος εντός μου. Θαρρετά,
αφήνω τη λαχτάρα για μετά,
πηδώντας μες στο βάραθρο που χαίνει.

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014


Με τι καρδιά;

Με τι καρδιά να πάρω το στρατί,
το δρόμο που με βγάζει στα καμένα;
Στις τσέπες μου μολύβι και χαρτί,
μα κάθε στίχος πάει στα χαμένα.

Τα καλοκαίρια σβήσανε χωρίς
της θάλασσας της άπατης τα μύρα.
Το μούχρωμα πάντα τόσο νωρίς
και πλοίο σκάλα όχι για τη Σύρα.

Πως μπόρεσα να κρύψω μες στη γη,
τα μελωμένα λόγια της αγάπης;
Κι αν ήπια από γάργαρη πηγή,
τη βρώμισε της ζήλειας ο σατράπης.

Με τι καρδιά να φύγω μακριά,
σε τόπο που νοτίζουνε ομίχλες;
Γαυριάζει εκεί μια μάγισσα γριά
και παίζει ο Σατανάς στη βιόλα τρίλιες.

 

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014


Στης μνήμης τα γιαπιά
 
Στης μνήμης τα γιαπιά θα σηκωθώ,
Παρασκευή Μεγάλη λιγωμένος
για πίφερα. Κατάρα! Δίχως σθένος,
σαν γάμου ματωμένου μια ηχώ,

που τονθορίζει «αχ Μπουρνοβαλιά»,
στ΄ αυτί το κυνικό του Κρεοπώλη,
ατός μου θα χυθώ μέσα στην πόλη,
Σπαρτιάτης με λουσμένα τα μαλλιά,

σοκάκια να πακτώσω και αγυιές,
χυδαία υλικά και πλαστελίνη.
Τον θάνατο ποιος δένει και ποιος λύνει,
ποιος σαλαγάει κυρτές Πρωτομαγιές;

Στης μνήμης τα γιαπιά θα ξαπλωθώ,
Τρίτη του Πάσχα πίνοντας αψέντι.
Απόγιομα βαρύς από το γλέντι,
στην φρίκη των Αγίων θα δοθώ.