Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014


Ερμής Ψυχοπομπός
 
Ερμής Ψυχοπομπός με το κηρύκειο,
ποιμήν λευκών αστέρων και ρεμπέτης,
μου γκρίνιαξε:«Που πας βρε μορμολύκειο
και νυν το υποχείριο μιας Καίτης;

Καιρός δεν είν΄ακόμη για χαμόγελα.
Έχεις ψωμιά μπροστά σου. Κάμε κράτει...
Σαν θα πεθάνεις κάποτες ολότελα,
τα λέμε γραϊδίων πρωκτοβάτη.

Προς το παρόν στον πάγκο σου. Αχ ζάχαρη
ο θάνατος, πλην συ με διαβήτη.
Το ξέρω πως διάγεις ζήση άχαρη,
μα θάρρει Κουασιμόδε και Θερσίτη».

Ερμής Ψυχοπομπός ήρθε μεσάνυχτα,
στο γκρέμι μου σταλμένος από λάθος.
Εγώ με τη ζωή δεμένος άρρηκτα,
Αυτός με την οσμή που δίνει ο μπάφος.

 

 

 

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014


Αναχωρητής

Απάνου στα βουνά τα χιονοδίαιτα,
με τρύπιο το δισάκι θα βαδίσω.
«Δυο χαμομήλια πάρτη σου και πίε τα»
λαλεί Θεός «και βάρδα μη σε λύσω».

«Οι Εντολές Σου Νόμος και τις τήρησα,
Παρασκευή, Τετάρτη μήτε λάδι.
Τη σάρκα σε νηστείες την μπατίρισα,
και όλα τούτα γράφε εν Ελλάδι».

«Δεν είναι οι Εντολές το διακύβευμα.
Υπάρχει και Επίκουρος καημένε.
Τη λούμπα δεν τη βλέπεις; Κάργα μύθευμα,
σε μένα θε να βρεις. Στα Πάτρια μένε.

Ψωμάκι, Χλωροτύρι, Οίνος κι Έρωτας,
όσα στη πλάση έχουν σημασία.
Σε πράγματα χαζά κι ας είμαι Δέσποτας,
ανάγκη να το παίζεις αφασία».

Απάνου στα βουνά τα νεφοσκέπαστα,
θερία ας βαδίζουν του Κυρίου.
Καλά ναι τα Βαγγέλια κι αξιέραστα,
μα πιο καλές οι απλές χαρές του βίου.

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014


Καλή
Τα δάχτυλα μετρήσανε το λιόγερμα,
γυμνό καθώς το γέννησε η πίκρα.
Τ΄ Ογδόντα, τα φιλιά της τ΄αερόθερμα,
τώρα πια πόδι πάτησε η ψύχρα.

Της Κυριακής οι σύνοικοι μαυρίσανε,
μπεντένια και τειχιά σα Δροσουλίτες.
Σειρήνες μεσοπέλαγα στριγγλίσανε,
ανάσα να δοθεί στους τρωγλοδύτες.

Η μοναξιά μου σκραπ και παλιοσίδερα,
παστώνει τον Μονταίνι με σκωρία.
Χυμένα τα κρασιά τα μοσχοφίλερα,
απάνω στο «Time Warp» του Chick Corea.

Κι αυτή, κάπου σε τρίτο στα Εξάρχεια,
ασκώντας ληξιπρόθεσμη χημεία,
τη συνταγή παλεύει την τρομάρχεια,
ως να την καταπιεί μια τρικυμία.

 

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014


Τελευταία Πράξη

Γραφεία Τελετών θα σε σηκώσουν,
μια μέρα που θα ζέχνει προσευχές.
Σχήμα κενό του λόγου προσεχές…
Νυστέρι, βελονιά πριν σε φορτώσουν.

Παρέλαση. Το ξύλο πρώτο-πρώτο.
(Οι Φίλοι στον περίβολο στητοί).
Στεφάνια, ψαλμωδιές, λιβανωτοί,
φάκα-θανή κι η ζήση το καρότο.

Ποιος είμαι να μιλώ έτσι σταράτα;
Το ξέρεις και το ξέρω. Θα κρυφτώ,
στην άκρη σαν το κλέφτη για να ιδώ,
το δράμα να γυρίζει μασκαράτα.

Γραφεία Τελετών θα σε σηκώσουν.
Ο στίχος μου χωλαίνει. Τι μ΄αυτό;
Συντρόφι μου, σιγά να μην κλαφτώ,
που χώματα βαριά θα μας φιμώσουν.

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014


Η Φιλία με τον Άλκη

Αστέρια τρυφερά των παραλίων,
βουτήξτε θαρρετά στην τσιμινιέρα
με λάγνους συριγμούς. Εδώ καλντέρα
και χώρα κυκλοδίωχτη…  Τι πύον,

 σ΄έναν μανέ Σμυρνέικο της Ρόζας;
Απ΄τη στιγμή που Γνώση δεν κατέχω,
κάλλιο άλλος Επίκουρος ν΄απέχω.
Εγώ θεραπευτής, εγώ κι ο τρώσας.

Αστέρια τρυφερά με τρώγει άγχος.
Ποιος άνοιξε τη θύρα της ανάγκης;
Στη Σπάρτη στραβοπάτησε ο Άλκης,
πυρρίχιο χορεύοντας και τάγκος.

Ποτέ λοιπόν χαρές και καλοκαίρια.
Ο θάνατος ριπές-ριπές μαργώνει
τα μέλη μου. Σιμά στο παραγώνι,
των γερατειών θα ζήσω τη μιζέρια.

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014


Κιθάρα ραγισμένη

(Εξήντα πέντε είπαμε  κ. Περδίκη;)

Κιθάρα ραγισμένη δεν φοβήθηκα,
να ψάλλω το τραγούδι μου σαν πρώτα.
Φωνή καμπάνα, στις αγυιές μετρήθηκα,
χωρίς να παραλείψω ένα ιώτα.

Γελάσανε οι φίλοι, με προγκήξανε,
τραβώντας το δρομί αντάμα μ΄άλλους.
Το τέρας φάτσα ούλοι φόρα δείξανε,
με λόγια αιχμηρά-παγοκρυστάλλους.

Κιθάρα ραγισμένη δεν σ΄αρνήθηκα.
Τες δυό χορδές σου βρόντηξα με χάρη.
Καματερά η πλάση παλιοπίθηκα,
μια τρύπα φωτεινή το νιο φεγγάρι.

Οι Μοίρες μίζα στρέψαν σαν σαράβαλα,
απάνω μου να πέσουν. Τόσα ξέραν…
Στις τσέπες μου στιχάκια μύρια, τσάγαλα
κι ένας αγέρας μπάτης απ΄το Πέραν.

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014


Λάμια
 
Μεσάνυχτα στα χέρια σου με κράτησες,
πιωμένος το κρασί της προδοσίας.
Από τις λόχμες βγήκαν ακροβάτισσες
κι ένας ανοικονόμητος σωσίας

και τρέχανε γυμνοί προς τα παράθυρα
με μάτι λαγγεμένο. Τι χελώνες;
Πουγκί μας, βελανίδια σάπια, άχυρα
και μια σιγή διάτρητη βελόνες.

Μεσάνυχτα τα λόγια μου ψιθύρισες,
που λέγαμε παιδιά στα ονείρατα μας.
Τα πρώτα γιασεμιά με λύπη φίλησες
και στάθηκες στο πρόσταγμα της Λάμιας,

ατρόμητος πολύ σαν μια θεότητα,
ταγμένη στου Επέκεινα τον πόθο.
Τα πάντα πληρωθήκαν καθαρότητα.
Βοούσε  η Αγάπη κάτι νόθο.