Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014


Ο Καφές με τον Ξένο

 
-Μ΄ένα καφέ ξορκίζω την κατάθλιψη,
αρδεύοντας τα μέσα μου τοπία.
-Να βλέπω χέρια! Τέρμα η μετάληψη!
Τώρα παντού νομισματοκοπεία.

-Η προσμονή βουκέντρα και μαστίγιο,
με στέλνει την αυγή να νίψω μούτρα.
-Ο Οίκος πια δεν στέκει καταφύγιο,
μόνο μια μαδημένη, παλιοκούτρα.

-Σε ποιους Κριτάδες γόνυ και θυμιάτισμα;
Σε ποιο μποστάνι πίστη να φυτέψω;
-Ο Κρόνος φευ προσβλέποντας σε άθροισμα,
γουστάρει στο μαγκάνι να σε ζέψω.

Μ΄ένα καφέ βαρβάτο δίχως ζάχαρη,
γαλβάνισε στομάχι για ν΄αντέξει.
-Στου Πιτροφού πιστώθηκα την κάπαρη
κι ας κατεβάσει Ξένε ότι βρέξει.

 

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014


Ξημέρωσα πιωμένος
 
Ξημέρωσα πιωμένος πυρ αθάνατο.
Οι Νύμφες χαψωμένες σε λαγήνι,
στραφτάλιζαν λογχίζοντας Ανάλατο,
καθώς τον Λαπαθιώτη η μορφίνη.

Των κάπρων αφοδεύσεις καταδέχτηκα,
τα γέλια, το γλυφόνερο της βρύσης,
φωτός τον κουρνιαχτό, παλιά ρεμπέτικα
και στα στερνά, του Κάλχαντος τις ρήσεις:

«Κατάρα στων Προγόνων τον ομφάλιο,
κατάρα στης εταίρας το αιδοίο,
κατάρα τρις στα ξάρτια, στο πηδάλιο,
κατάρα στο εντός κρεοπωλείο.

Κατάρα στα κελιά τα Κυκλαδίτικα,
κατάρα στη πλατεία Ασωμάτων,
κατάρα στου Διός τον σαρο-Μύτικα,
κατάρα στον Ινφάντη των προβάτων».

Ξημέρωσα πιωμένος πυρ αθάνατο.
Και ξάφνου, των Αγίων η χορεία,
με στόμα ρημαγμένο: «Άρον κράβαττον
και πέρασε αμνός στην απορία».

 

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014


ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ ΛΑΕΡΤΙΑΔΗ

 Μ. Παρασκευή, 7 Απριλίου 1961.
Στη Σπηλιά. Ξημέρωμα.

Πριν τις επτά ο Κύκλωπας το μάτι του,
θα πλύνει και φυσέκι για σαλάγα.
Φίλος εγώ του Νόμου του παράλυτου,
με πρόθεση σαφώς ανθρωποφάγα,

θε να φορτίσω φρόνηση -με κίνηση
ποδών-, της νοσταλγίας την αβδέλλα.
Το βράδυ πονηριά και περιδίνηση,
πουρνό-πουρνό στου πρόβατου τη σέλα.

Πάντα στη Σπηλιά, γύρω Μεσάνυχτα.

Μακρύ κοντάρι στη φωτιά σκληραίνω το.
(Ο μεθυσμένος, το ΄ριξε στον ύπνο).
Κρασί ρουφώντας ο ζαβός ανέρωτο,
τον μυστικό του ΄τοίμασε τον δείπνο.

Μα σαν προπέλα γράψει χαιρετίσματα
και γύρω βράχια βόμβες νετρονίου,
Δία Πατέρα μάνα στα αινίγματα:
«Ούτις, θαλαμοφύλακας πορνείου».

Μ. Τετάρτη, 22 Απριλίου 1992.
Κρατικό Γηροκομείο Ιθάκης

Γέρος με καταρράκτη, λίγο ζάχαρο
κι Αλτσχάιμερ τον νου μουτζουρωμένο,
με κράζουν γηροκόμοι Μπάρμπα-Λάζαρο,
«Δυσσέας τ΄όνομα μου» επιμένω.

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014


Βίου Περίληψις
 
Μια Κυριακή της μάνας μου βλαστήμησα,
χαμόγελο, αγκάλη, καλοσύνη,
και πήρα σβάρνα δρόμους με τη γύφτισσα,
γιατρειά μήπως και βρω στη Ρωμιοσύνη.

Τον πρώτο χρόνο ζάρωνα στα Σύβοτα,
τον δεύτερο στης Τρίπολης τη χάψη.
Πως έζησα τα νιάτα μου ξετσίπωτα,
έτσι που να μην βρει παπάς να θάψει;

Θαλασσινά λημέρια με τυλίξανε,
με το πανί το υγρό του Ποσειδώνα.
Της Κίρκης τα κοράσια ξεροβήξανε,
πριν μου πετάξουν μαύρη μια κοτρόνα.

Αυθαίρετο με λέξεις νύχτα πόντισα,
στις αμμουδιές απάνω του Ομήρου.
Φυντάνια με γλυφό νεράκι πότισα,
να γίνουν συμφορά του Πέρση Κύρου.

Για χόρταση δεν ήταν. Φως με μάρανε
και σάπισε τα δώρα μου. Εφέτες
χρυσάφι πληρωμένοι με τουμπάρανε,
ξορίζοντας με κλοτσηδόν στους Γέτες.

Γέρος σχεδόν, στιχάρι, αλληλούια,
Πάτερ ημών και καύκαλα αγίων.
Καιρός να ζήσω κάπως Επικούρεια,
εδώ στα πεδινά  της Πατησίων.

 

 

 

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014


Histoire d΄ un soldat
 
Οπλίτης μια ζωή σε μάχη άνιση,
σαλεύω με τον Πλούτωνα καντρίλιες.
Κηρύττουν οι τρομπέτες κοσμοδιάλυση,
της ήττας μασουλώντας τις παστίλιες.

Τα λόγια της Καλής, ο κυρ-Μονταίνιος,
το ρέμα, τα τσιγάρα Άσσος Φίλτρο,
ο χρόνος να ελαύνει λευκοπένιος,
πασαλειμμένος άλατα και νίτρο

κι εγώ μ΄ένα ρεβόλβερ δίχως κόκορα,
το βόλι περιστρέφοντας στη τσέπη.
να περπατώ σε δώματα στενόχωρα,
και στου Σικελιανού την Άγια-Σκέπη.

Οπλίτης σε ντερβένια, σε ορύγματα,
λυπάνθρωπος σοφράνο στην Αθήνα,
κλινήρης υποδέχομαι τα πλήγματα,
του Νέσσου σκεπασμένος την ποπλίνα.

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014


Το Τέλος του Αγώνα
 
Φαρμακερά τα βέλη του Απόλλωνα.
Η μέρα σαν ζητιάνα ικετεύει
κρασί, τσιγάρα. Φως κάποτε πόλωνα,
τώρα ο χάρος ρέστα μου γυρεύει.

Η πτήση ξεκουρδίζεται προς έδαφος,
που τάφος θε να γένει οσονούπω.
Πως του πατρός εξέπνευσε η έλαφος;
Ποιός γροίκησε του σώματος τον γδούπο;

Χθες μόλις Αιγοπόταμοι, Γαυγάμηλα,
της γέννησης το δίκοπο το θάμα.
Στα θέατρα γαυγίζω απαράμιλλα,
παρά του μαυρο-Οιδίποδα το τραύμα.

Τι να σκιαχτώ; Τα μάτια μου επίδεσμο,
κανείς δεν θα τολμήσει να τυλίξει.
Μιχάλη Σπάθη κράζουνε τον σύνδεσμο
και τον καλώ το πέρας να σφυρίξει.

 

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014


Η Τρυφερή Αγάπη
 
Μιας τρυφερής αγάπης τα ενώτια,
ταιριάζω πριν ορύξω λεωφόρους
βουστροφηδόν βαδίζοντας προς νότια,
με φίλους από έξη σαρκοβόρους.

Η πρώτη σφαίρα πάντα κατακούτελα,
η δεύτερη τσαντίρι στο συκώτι.
Ζητιάνου φορεμένος βρωμοκούρελα,
στις στέπες θα ζητήσω αιμοδότη.

Και σαν ο πετεινός λαλήσει Σίβυλλα
και πάρουν τα βουνά να μεγαλώνουν,
μιας Κυριακές οι Μάυδες θρασύδειλα,
θ΄αρχίσουν δίχως οίκτο να σκοτώνουν.

Μιας τρυφερής αγάπης το κροτάλισμα
στ΄αυτιά μου. (Μαντολίνο αναπήρου).
Λειψό, πάντα αυθαίρετο το άθροισμα
κι εγώ υποσημείωση του απείρου.