Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014


Βρέχει

Βρέχει στο σπήλιο του Χριστού
και στου Ινδού τον τάφο,
βρέχει στις Ράχες Τυμφρηστού,
βρέχει και δω που γράφω.

Βρέχει στον Άγιο Τρύφωνα,
στα Λιόσια,  στην  Βεργίνα.
Στους στίχους πάλαι τρύπωνα,
τώρα πατώ σε γλίνα.

Βρέχει στης Πλάκας τα στενά,
Μεστά, Λουτρά Κυλλήνης.
Και τι που ζω; Ας πέθαινα
εφάπαξ κι εξαπίνης.

Βρέχει στη Νιο, στoν Μόλυβο,
Πυλαία, Νέα Κρήνη.
Ποιος το δικό μου κόλλυβο
θα τρώγει και θα φτύνει;

 

 

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014


Το Ρύζι

Πέσαν τα μάνταλα βαριά. Οι αποθαμένοι,
«σκλαβάκια» παίζουν στις πλατείες και στους κήπους.
Εδώ δεν έχει Αμφιπόλεις και Φιλίππους,
μόνο φαντάσματα και μια πληγή που χαίνει.

Σέρνονται όμοια μπακακοί και περιμένουν,
να μου φιλήσουν τα ποδάρια με τ΄αχείλι,
πύο γιομάτο. «Για κρατείστε με πια Φίλοι,
Κλείτους λογχίζω μα εκείνοι δεν πεθαίνουν».

Πέσαν τα μάνταλα βαριά. Φωτιά, τσεκούρι.
Τώρα καπνούρα Σογδιανή και  Σαμαρκάνδη.
Μας σέρνει όλους Βελζεβούλης με το γάντι
και ποιος τη πίπιζα ηχάει και ποιος σαντούρι;

Άγρυπνος έξη το πρωί κι ακόμα βρέχει.
Κάτι βαθιά πολύ στα σπλάχνα  τσιτσιρίζει.
Η σύνευνος: «Σαν τι θα φάμε;» «Βράσε ρύζι
Ένας Αλέξανδρος και ρύζι, το αντέχει».

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014


Ο Φτωχούλης του Θεού

Χωρίς στατήρα πάτησα στα μνήματα,
προς τις ακτές ξεφεύγοντας των άστρων.
Κάποιος ψηλά χαλάρωσε τα νήματα
και φώναξε στριγκά: «Μιχάλη, άσ’ τον».

Στις πλάτες τις φτενές, μανδύας άλικος.
Ποιος ήμουν; Μια κοτύλη αμφιλύκης,
ένας θνητός θρασύτατος πλην  πάροικος,
που ορέχτηκε φιλί της Ευρυδίκης.

Γύρω Μαινάδες έτοιμες για βύθιση
κι εγώ στη μέση άσσος των γηπέδων.
Ξένο κουστούμι πάνω μου η Ποίηση,
στιχουργική κατηγορίας παίδων.

Τρείς του Μαρτιού, το luger καλολάδωσα
και βάζοντας σιμά τον κρόταφο μου,
ψυχή και μπεζαχτά και spleen παράδωσα,
εις χείρας  Ιωάννου  Χρυσοστόμου.

 

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014


Ο Καφές με τον Ξένο

 
-Μ΄ένα καφέ ξορκίζω την κατάθλιψη,
αρδεύοντας τα μέσα μου τοπία.
-Να βλέπω χέρια! Τέρμα η μετάληψη!
Τώρα παντού νομισματοκοπεία.

-Η προσμονή βουκέντρα και μαστίγιο,
με στέλνει την αυγή να νίψω μούτρα.
-Ο Οίκος πια δεν στέκει καταφύγιο,
μόνο μια μαδημένη, παλιοκούτρα.

-Σε ποιους Κριτάδες γόνυ και θυμιάτισμα;
Σε ποιο μποστάνι πίστη να φυτέψω;
-Ο Κρόνος φευ προσβλέποντας σε άθροισμα,
γουστάρει στο μαγκάνι να σε ζέψω.

Μ΄ένα καφέ βαρβάτο δίχως ζάχαρη,
γαλβάνισε στομάχι για ν΄αντέξει.
-Στου Πιτροφού πιστώθηκα την κάπαρη
κι ας κατεβάσει Ξένε ότι βρέξει.

 

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014


Ξημέρωσα πιωμένος
 
Ξημέρωσα πιωμένος πυρ αθάνατο.
Οι Νύμφες χαψωμένες σε λαγήνι,
στραφτάλιζαν λογχίζοντας Ανάλατο,
καθώς τον Λαπαθιώτη η μορφίνη.

Των κάπρων αφοδεύσεις καταδέχτηκα,
τα γέλια, το γλυφόνερο της βρύσης,
φωτός τον κουρνιαχτό, παλιά ρεμπέτικα
και στα στερνά, του Κάλχαντος τις ρήσεις:

«Κατάρα στων Προγόνων τον ομφάλιο,
κατάρα στης εταίρας το αιδοίο,
κατάρα τρις στα ξάρτια, στο πηδάλιο,
κατάρα στο εντός κρεοπωλείο.

Κατάρα στα κελιά τα Κυκλαδίτικα,
κατάρα στη πλατεία Ασωμάτων,
κατάρα στου Διός τον σαρο-Μύτικα,
κατάρα στον Ινφάντη των προβάτων».

Ξημέρωσα πιωμένος πυρ αθάνατο.
Και ξάφνου, των Αγίων η χορεία,
με στόμα ρημαγμένο: «Άρον κράβαττον
και πέρασε αμνός στην απορία».

 

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014


ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ ΛΑΕΡΤΙΑΔΗ

 Μ. Παρασκευή, 7 Απριλίου 1961.
Στη Σπηλιά. Ξημέρωμα.

Πριν τις επτά ο Κύκλωπας το μάτι του,
θα πλύνει και φυσέκι για σαλάγα.
Φίλος εγώ του Νόμου του παράλυτου,
με πρόθεση σαφώς ανθρωποφάγα,

θε να φορτίσω φρόνηση -με κίνηση
ποδών-, της νοσταλγίας την αβδέλλα.
Το βράδυ πονηριά και περιδίνηση,
πουρνό-πουρνό στου πρόβατου τη σέλα.

Πάντα στη Σπηλιά, γύρω Μεσάνυχτα.

Μακρύ κοντάρι στη φωτιά σκληραίνω το.
(Ο μεθυσμένος, το ΄ριξε στον ύπνο).
Κρασί ρουφώντας ο ζαβός ανέρωτο,
τον μυστικό του ΄τοίμασε τον δείπνο.

Μα σαν προπέλα γράψει χαιρετίσματα
και γύρω βράχια βόμβες νετρονίου,
Δία Πατέρα μάνα στα αινίγματα:
«Ούτις, θαλαμοφύλακας πορνείου».

Μ. Τετάρτη, 22 Απριλίου 1992.
Κρατικό Γηροκομείο Ιθάκης

Γέρος με καταρράκτη, λίγο ζάχαρο
κι Αλτσχάιμερ τον νου μουτζουρωμένο,
με κράζουν γηροκόμοι Μπάρμπα-Λάζαρο,
«Δυσσέας τ΄όνομα μου» επιμένω.

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014


Βίου Περίληψις
 
Μια Κυριακή της μάνας μου βλαστήμησα,
χαμόγελο, αγκάλη, καλοσύνη,
και πήρα σβάρνα δρόμους με τη γύφτισσα,
γιατρειά μήπως και βρω στη Ρωμιοσύνη.

Τον πρώτο χρόνο ζάρωνα στα Σύβοτα,
τον δεύτερο στης Τρίπολης τη χάψη.
Πως έζησα τα νιάτα μου ξετσίπωτα,
έτσι που να μην βρει παπάς να θάψει;

Θαλασσινά λημέρια με τυλίξανε,
με το πανί το υγρό του Ποσειδώνα.
Της Κίρκης τα κοράσια ξεροβήξανε,
πριν μου πετάξουν μαύρη μια κοτρόνα.

Αυθαίρετο με λέξεις νύχτα πόντισα,
στις αμμουδιές απάνω του Ομήρου.
Φυντάνια με γλυφό νεράκι πότισα,
να γίνουν συμφορά του Πέρση Κύρου.

Για χόρταση δεν ήταν. Φως με μάρανε
και σάπισε τα δώρα μου. Εφέτες
χρυσάφι πληρωμένοι με τουμπάρανε,
ξορίζοντας με κλοτσηδόν στους Γέτες.

Γέρος σχεδόν, στιχάρι, αλληλούια,
Πάτερ ημών και καύκαλα αγίων.
Καιρός να ζήσω κάπως Επικούρεια,
εδώ στα πεδινά  της Πατησίων.