Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014


Το Τραγούδι των Τάφων
 
Τάφοι κι άλλοι τάφοι
σκέπασαν τα λάθη,
μνήμες, αποτσίγαρα σωρό.
Σκέπασαν και μένα,
που σπασμένα φρένα,
μ΄οδηγούσαν έξω απ΄τον χορό.

Τήραξα το χώμα,
μαύρη πήρα γόμα
κι άρχισα να σβήνω τα παλιά.
Έρωτες χαμένους,
φίλους προδομένους
και της Μνησικλέους τα σκαλιά.

Όλα ένα ψέμα,
όλα για το ρέμα,
σχόλες, πανηγύρια, εκδρομές.
Τώρα τι μου μένει;
Μια κουτσή Ελένη
και στο σώμα χίλιες εκδορές.

 

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014


Όταν

Όταν θα δεις τις χίμαιρες να λιάζονται
στις παρυφές αλλόκοτων ερώτων,
τους Δικαστές στις έδρες να ταράσσονται,
τότε σιμά η σύνοδος των Φώτων.

Όταν αυλοί θα παίζουν όλο ζάχαρη
για κάποια Καίτη, πάρε να δακρύζεις.
Ζωή, τι να σου κάμει; Που η κάπαρη;
Κάλλιο προς τα φεγγάρια να ολολύζεις.

Όταν χυμοί στο χώμα, χόνδροι, κόκαλα,
ενδύματα κακώς συγκερασμένα,
ας βγουν στη φόρα του Ηρακλή τα ρόπαλα
και λούγκερ απ΄τις κρύπτες σκουριασμένα.

Όταν δενδρί θ΄ανθίσει μες στην έρημο
και πάρει τ΄αηδονόπουλο κεφάλι,
το χέρι σου στη μίζα να χεις έτοιμο
και βάλε μπρος για τ΄Άγιο Καρναβάλι.

 

Ο Ήρωας της Γάνδης
 
Ο Ήρωας της Γάνδης παραφρόνησε,
μια νύχτα παγερή του Δεκεμβρίου
κραυγάζοντας «στις μέσα στέπες χιόνισε…»,
πριν στάση πάρει άβολη εμβρύου.

Που βρήκα το κουράγιο και τον ρώτησα,
η μέρα της μαρμότας τι θα φέρει;
«Εμένα μην ρωτάς μα την προδότισσα
την μνήμη σου, που σού ΄δωκε μαχαίρι».

Κουρέματα εν χρω, Αλκίμου φρόνημα,
Κνουτ Χάμσουν και «Ρομάντσο» του εξήντα.
Pink Floyd, της Καλής το μοσχοβόλημα,
«Αστέρας», «Μετροπόλιταν», «Αλίντα».

Στους πύργους τα ρολόγια τρεις σημάνανε
κι απ΄τα κανάλια χούγιαξε ο Άδης:
«Καημένε Διαγόρα τώρα κάτθανε,
ότι εσύ ο  Ήρωας της Γάνδης».

 

 

 

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014


Η Γιορτή

Σε μια γιορτή με κίβδηλα νομίσματα,
πρώτη σειρά χτυπήσαμε τραπέζι.
Η Πλάση; Στα παλιά μας υποδήματα…
Ξεκλέβαμε γαλήνη απ΄τον Βενέζη.

Δέκα νομάτοι, δέκα διακονιάρηδες
εμείς και πέντε όργανα  στο πάλκο
και για να μην μας πούνε φοβητσιάρηδες,
στους Τριβαλλούς κηρύξαμε εμπάργκο.

Σε μια γιορτή χωρέσαμε Νεκρόδειπνο
και ήπιαμε μηλόκρασο εις μνήμην.
Βαριεστημένος μες στον Βυσσινόκηπο,
ο θείος- Βάνιας δίκαζε ερήμην.

Πως γένηκε λοιπόν και δυστροπήσαμε,
γυρεύοντας επίμονα τα ρέστα;
Αλλοίμονο στα φέρετρα ξυπνήσαμε,
σαν είχε πια τελέψει η φιέστα.

 

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014


Κανόνες Στιχουργικής Τέχνης

Λιβανωτούς δεν έστερξα, προτίμησα
του βόγκου το απέθαντο, τον «Ξένο».
Της μάνας μου την μήτρα σαν βλαστήμησα,
το ρήμα μου φορτώσανε «χωλαίνω».

Ένα παιδί μονάχο μες στα πτώματα
των στίχων, πανιασμένο από φόβο,
δεν τόλμησα, δεν ύψωσα τα όμματα.
Τις φλέβες μου συνέχισα να κόβω,

με τον σουγιά της λύμης τον αγιάτρευτο,
την σπάθα ερμαφρόδιτων Αγίων.
«Το κήτος Ιωνά σκούντα τ΄ασάλευτο,
στου Γιεχωβά ομνύοντας το πύον».

Λιβανωτούς εγώ δεν αξιώθηκα,
μόνο κλωτσιές και τράβηγμα ωτίου.
Δεκάχρονος, (το μάθατε;) σκοτώθηκα,
Τετάρτη ψευδομάρτυρος Φωτίου.

 

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014


Πεσσόα, σαράντα ώρες πριν
 
Ποιος της ζωής μου έκοψε την άγκυρα
και προς τα βράχια σούμπιτος παγαίνω;
Το πεπρωμένο γαϊδουριώνε άχυρα,
γι΄ αυτό πεισματικά μαθές σωπαίνω.

Οι λέξεις πια δεν έχουνε υπόσταση.
(Ένα πουκαμισάκι στον Βαρδάρη).
Τώρα μετρώ των κήπων την υπόταση,
αφήνοντας τη φούσκα στο φεγγάρι.

Ποιος αγρικά το θρόισμα του σάβανου,
σαράντα ώρες πριν απ΄την κηδεία
και στέλνει χαιρετίσματα του πλάτανου;
(Να προκαλεί ο στίχος θυμηδία).

Αλλοίμονο, λαχνός μου η κατάθλιψη
και χύμα τετραπέρατος χειμώνας.
Και δεν θα κουραστώ στην επανάληψη:
«Εδώ Πεσσόα, τέκνο Λισσαβόνας».

Στον Καφενέ
 
 
Στον καφενέ «Νεκράσωφ» ξεροβήχοντας,
ο Θάνατος διαβάζει εφημερίδα:
«Ο Εκλεγμένος χαίρε και ο Λήγοντας.
Oπίσω σου θνητέ κάθε φροντίδα.

Παντού χιονιάς. Με τσάι και φασκόμηλο,
πως να σταθείς ορθός να πολεμήσεις;»
«Μες στων ανθρώπων βρέθηκα τον όμιλο
και διόλου δεν γυρεύω εξηγήσεις.

Εγώ από μεριά μου απαρνήθηκα,
τη γλύκα που μερίζει το κισμέτι.
Σαν τον Χριστό μια Πέμπτη διατρήθηκα,
να βρει οδό πλατιά το  κασαβέτι».

Στο καφενέ ξεχύνεται τ΄απόβραδο.
(Δυο τρεις θαμώνες, μούμιες στα παλτά τους).
Ο Θάνατος μουγκρίζει: «Γιάννη,  όρα εδώ
την αγγελία. Ψάχνουν για Πιλάτους».