Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ Ο ΗΡΩΣ
 
Της μοναξιάς ο ήρως σαν τρελάθηκε,
στο γκρέμι το δικό μου να μονάσει
τρούπωσε, στον σομιέ αποκοιμήθηκε,
δίχως μια προσευχή, έστω μια φράση.

Με το εμόν ξουράφι γένια έκοβε,
τα ρούχα, τα παπούτσια μου φορούσε,
από καρντάσια γκαρδιακά με ξέκοβε
και στους καθρέφτες πάντα απορούσε:

« Ποιος τάχα εγώ; Τι θέλω με τα σύνεργα
των Αθανάτων; Τι με την γραφίδα;
Σαφώς και μέσα εδώ κάπως υπήνεμα,
μα όξω εκεί οχιά και νεροφίδα».

Της μοναξιάς ο ήρως σαν τρελάθηκε,
τραυλίζοντας δυσοίωνα για χιόνι,
στα γείσα των Ανδρείων ορθοστάθηκε
κι ευθύς πήρε στου Γκύζη να μουχρώνει.

 

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014


Το Φαρμάκι

Χάρτινες ελπίδες,
των Θεών ακίδες,
από ξημερώματα σωστά,
μίλησαν το ψέμα,
είπαν γη το ρέμα,
μίζα μου γυρέψαν ποσοστά.

Πέρασα τη ζήση,
με φτηνό χασίσι,
χέρι απλωμένο στο Βοριά.
Ψεύτικη αγάπη,
για ψωμί κι αλάτι,
γκέμια στο κορμί, στο νου λουριά.

Βρέχει, μπουμπουνίζει
κι ο τρελός γυρίζει,
πάντα στη παλιά του γειτονιά.
Φίλος μου και ταίρι,
θήκη και μαχαίρι,
στους καθρέφτες βλέπω τον φονιά.

Τρύπιο μου σακάκι,
γίνε στο σοκάκι,
στρώμα, μαξιλάρι  και πανί.
Μια γουλιά φαρμάκι
ναύλος για Ιθάκη
κι από πάνω γκρίζοι ουρανοί.

 

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014


Μια Χαραυγή

Μια χαραυγή στης Λήθης τα κατάγματα,
πλευρό και μηριαίο δίχως ζέση.
Παλιάτσοι στο κατόπι λόχοι, τάγματα
κι εγώ σαράντα Μάηδων το λέσι,

με λίθινη προπέτεια σαν άγαλμα
Commentatore μπρος  σε μπυραρία,
γυμνός αντιπαλεύω το διάταγμα,
που έδωκε αβάντσο στη Μαρία.

Μια χαραυγή βρεγμένος ως το κόκαλο,
στους γκρίζους θυρωρούς θέτοντας όρο:
«Δεν είμαι ΄γω σκουπίδι σας και φρόκαλο
κι ας είμαι πλάσμα φύσει χρονοβόρο.

Στους χάρτινους καιρούς μικρός εντάχτηκα,
πίνοντας το βελένι μέχρι πάτο.
Αλάργα μου λοιπόν γιατί τρελάθηκα
και σπάζω ευθύς συμβόλαιο και τράτο».

Μια χαραυγή, μπορεί κι απομεσήμερο,
της ήττας το fox trot  πριν τραγουδήσω,
προσφέρω ανθοδόχη μα και ύπερο,
τα μάγια του Salό μήπως και λύσω.

 

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014


Βρύγη

-Πάρε χαρτί, μολύβι, γομολάστιχα
και φτιάξε λίγους στίχους για την Βρύγη.
-Την ομορφιά που κράζει, την σιχάθηκα.
Σαν άνθρωπο κατάβαθα με θίγει.

-Μην κογιονάρεις. Άσε τα καμώματα.
Βαριές φιλοσοφίες κατά μέρος.
-Μια μέρα θα με φαν τα μαύρα χώματα.
Τι μ΄ωφελεί λοιπόν τρεις μήνες θέρος;

-Σαν θα διαλέξεις βλέμμα τον Παράδεισο,
τον βλέπεις και σε γυάλινη προθήκη.
-Δεν συναινώ… Τηρώ μονάχα άβυσσο,
κατηγορούμενος σε Καφκοδίκη.

-Κάλλιο μωρό η μάνα σου να σ΄έπνιγε
στη κούνια μέσα. Τι και σ΄ ελυπήθει;
-Η θλίψη φίλε, έτσι δεν θα μ΄έσφιγγε
και θα ΄ταν όλα ωραία μες στη λήθη.

 

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014


Το Τραγούδι των Τάφων
 
Τάφοι κι άλλοι τάφοι
σκέπασαν τα λάθη,
μνήμες, αποτσίγαρα σωρό.
Σκέπασαν και μένα,
που σπασμένα φρένα,
μ΄οδηγούσαν έξω απ΄τον χορό.

Τήραξα το χώμα,
μαύρη πήρα γόμα
κι άρχισα να σβήνω τα παλιά.
Έρωτες χαμένους,
φίλους προδομένους
και της Μνησικλέους τα σκαλιά.

Όλα ένα ψέμα,
όλα για το ρέμα,
σχόλες, πανηγύρια, εκδρομές.
Τώρα τι μου μένει;
Μια κουτσή Ελένη
και στο σώμα χίλιες εκδορές.

 

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014


Όταν

Όταν θα δεις τις χίμαιρες να λιάζονται
στις παρυφές αλλόκοτων ερώτων,
τους Δικαστές στις έδρες να ταράσσονται,
τότε σιμά η σύνοδος των Φώτων.

Όταν αυλοί θα παίζουν όλο ζάχαρη
για κάποια Καίτη, πάρε να δακρύζεις.
Ζωή, τι να σου κάμει; Που η κάπαρη;
Κάλλιο προς τα φεγγάρια να ολολύζεις.

Όταν χυμοί στο χώμα, χόνδροι, κόκαλα,
ενδύματα κακώς συγκερασμένα,
ας βγουν στη φόρα του Ηρακλή τα ρόπαλα
και λούγκερ απ΄τις κρύπτες σκουριασμένα.

Όταν δενδρί θ΄ανθίσει μες στην έρημο
και πάρει τ΄αηδονόπουλο κεφάλι,
το χέρι σου στη μίζα να χεις έτοιμο
και βάλε μπρος για τ΄Άγιο Καρναβάλι.

 

Ο Ήρωας της Γάνδης
 
Ο Ήρωας της Γάνδης παραφρόνησε,
μια νύχτα παγερή του Δεκεμβρίου
κραυγάζοντας «στις μέσα στέπες χιόνισε…»,
πριν στάση πάρει άβολη εμβρύου.

Που βρήκα το κουράγιο και τον ρώτησα,
η μέρα της μαρμότας τι θα φέρει;
«Εμένα μην ρωτάς μα την προδότισσα
την μνήμη σου, που σού ΄δωκε μαχαίρι».

Κουρέματα εν χρω, Αλκίμου φρόνημα,
Κνουτ Χάμσουν και «Ρομάντσο» του εξήντα.
Pink Floyd, της Καλής το μοσχοβόλημα,
«Αστέρας», «Μετροπόλιταν», «Αλίντα».

Στους πύργους τα ρολόγια τρεις σημάνανε
κι απ΄τα κανάλια χούγιαξε ο Άδης:
«Καημένε Διαγόρα τώρα κάτθανε,
ότι εσύ ο  Ήρωας της Γάνδης».