Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015


Φθηνή κολόνια

 
Τα μυστικά περάσματα με πρόδωσαν.
(Παγάνα εκεί, Αθάνατοι λιπαίνουν).
Οι χθαμαλές ελπίδες μου δεν πρόκοψαν
κι από τ΄απερασμένα παρασέρνουν,

αντί ψυχή πωρόλιθους, ελάσματα
και μαργωμένα κύμβαλα του τρόμου.
Πως σβήσανε Καλή τα ωραία άσματα,
μαζί με τα γκλιν-γκλιν του ταχυδρόμου;

Τσιγάρα που καπνίσαμε στα ρέματα
μοιράδι, αγκαλιάσματα στα πάρκα.
Του Ρίτσου θα ΄ταν μάλλον τα λαγγέματα
και του καμπούρη Ανδρέα η τρύπια βάρκα.

Χρονιές προσκολλημένος σ΄ένα μύθευμα,
το θύμα κολασμένης καταφρόνιας,
στοχάζομαι πικρά το διακύβευμα,
εκείνης της φθηνής «ΜΥΡΤΩ» κολόνιας.

 

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015


Μέρες του 2015

Ολάκερη σκηνή σα Ψυχοσάββατο
και σα Παρασκευή πάντα Μεγάλη.
Στης προσμονής ανάσκελα τον κράββατο,
δεν θέλησα, δεν σήκωσα κεφάλι.

Παντζούρια διπλοσφράγιστα την Άνοιξη,
το τζάκι θέρο-τρύγο φουντωμένο.
Την γνώριζα νεράκι την κατάληξη,
γι αυτό το στόμα βάσταγα ραμμένο.

Χυδαίοι προβολείς με συναρπάζανε,
στου Άμλετ το μονόλογο Δευτέρες.
Τα νιάτα μου βοριά λυσσάρη μπάζανε,
ομίχλες λιμανιών, σκυλιά, εταίρες.

Και μια Τετάρτη πάνω στα ικριώματα,
ασύγγνωστα μνημόνευσα Τσιτσάνη.
Πουρνό-πουρνό μ΄αδάκρυτα τα όμματα,
χαλεύαν οι  θαφτάδες κάποιον Γιάννη.

 

 

 

 

 

 

 

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2015


Βαρβάκειος 15

Από νωρίς στης Αγοράς τον τρύπιο πάγκο,
μ΄ένα ζεϊμπέκικο να γλύφει τις πληγές,
ακούω κάποιον να μου κράζει: «Α ρε Γιάγκο,
μούρη χωμένη τι βαστάζεις στις Πηγές;

Στο γιούκο πίλο και παλτό. Τρίβωνα πάντα.
Σανδάλια των Προγόνων, πως και πορπατάς;
Όσο και να οργώνεις Θιάκι με το Lada,
για τους Μνηστήρες θα ΄σαι πάντα κερατάς».

Γυρνώ το μάτι πάνω του, πόσο μου μοιάζει;
Ξένος κι αυτός καθώς κι εγώ μες στη ζωή.
«Ράψε το φίλε, τέτοιο λάλημα χαλάζι,
μου καταστρέφει σώμα, νου και συλλοή.

Άσε για πάρτη μου να πλέκω παραμύθι.
Δεν σου απλώνω χέρι. Βάρδα δανεικά.
Γίνε σκληρός, πες με σαλό, ντιπ κουτορνίθι.
Εγώ πλασμένος μ΄άλλης τάξης υλικά».

 

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015


Μια Παναγιά
 

Μια Παναγιά, μια κόρη Τρωαδίτισσα,
σε χιόνι μαύρο είχα παραχώσει.
Βδομάδες των Παθών καλά την σίτιζα,
από χαρές του βίου ν΄αναρρώσει.

Γεράκι λιμασμένο την κατόπτευε,
στα σπλάχνα της γυρεύοντας πατρίδα.
Αυτή χωρίς σουρντίνα το κορόιδευε:
«Ανίερο φτερό, μισή μερίδα».

Και μια Παρασκευή κατά τ΄απόγευμα:
«Εσύ και Μιθριδάτης και φαρμάκι,
του Δελφικού του Τόπου το εκπόρευμα,
όλο γκρεμίλα, σάρα και χαντάκι».

Μια Παναγιά, μια μήτρα εναρμόνια
στα μάτια μου μπροστά πήρε να στάζει
υγρά σαν μπαταρία Αραγκόνια,
μουλιάζοντας τις στέγες στο Μπουρνάζι.

 

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015


Τα Λόγια Μου
 
Τα λόγια μου πικρότατα σα φάρμακο,
δεν βρίσκουν σωθικά να ταξιδέψουν.
Στο πληθυσμό προσέτρεξα τον άμαχο,
ελπίζοντας οι στίχοι μου ν΄αντέξουν.

Ένας ακόμα Δάντης τι χρειάζεται;
(Η Κόλαση σε σχήμα τώρα τσέπης,
από ψυχές ανώνυμες χειμάζεται).
Προς μυστικούς λειμώνες όταν ρέπεις,

της Γάνδης σταυροδρόμια δεν σε θέλγουνε,
μήτε της Βρύγης βρώμικα κανάλια.
Τζιτζίκια προσευχούλες μόνο λέγουνε:
«Δεν ζει και ζει» και δώστου μαδριγάλια.

Τα λόγια μου χειμώνος εξαρτήματα,
γυρεύοντας κουβέρτα στα Σεπόλια,
της Λίμνης θα μετρήσουνε τα κύματα,
με των Λιποβαρών τα παρασόλια.

 

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015


Το Κουτί Με Τις Ερωτήσεις

Στερεύουν τα ποτάμια; Τι θαρρείς;
Οι θάλασσες μαντρώνονται με σύρμα;
Ποιος στέκεται ορθός μπροστά στο κύμα;
Ποιος φεύγει απ΄τη ζωή περιχαρής;

Κατέχει αντικλείδι ο καιρός;
Τα νιάτα πυροτέχνημα, κροτίδα;
Ο Κύκνος θα μου πεις χωρίς την Λήδα,
σα βάτραχος δυσώδης και λερός.

Τι θέλουν τα παιδιά στις Αγορές;
Οι Έλληνες τι ψάχνουν στα Λονδίνα;
Για κάποιον που συνήθισε στη πείνα,
τα ρεβεγιόν συνήθειες μωρές.

Ποιος είναι που στα σπλάχνα μου μιλά,
το ίδιο τσαμπουνώντας παραμύθι;
Ας είναι… Το κουκί και το ρεβύθι,
βοηθούν στο να μη βάζουμε κιλά.

 

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015


Βοριά πικρέ

 
Βοριά πικρέ Απρίλη πως και φύσηξες,
παγώνοντας τ΄αρνάκια στο μαχαίρι
απάνω; Νου, ψυχή, σάβανα τύλιξες,
και λάκισες φονιάς προς την Ταγγέρη.

Εγώ ένα παιδί πολλά μυγιάγγιχτο,
στις διάτες σου αφέθηκα με ζήλο.
Το τρίτο μου το μάτι πάντα ορθάνοιχτο,
χωρίς ντροπή κατόπτευε για φίλο.

Περίμενα χειμώνα τα μηνύματα.
Με γέλασες. Εφάνης πριν το θέρος.
Τι γύρευα μαθές μέσα στα μνήματα,
αντί στους ουρανούς τρελοκαμπέρος;

Βοριά πικρέ τα πάντα χιονοσκέπασες.
Κάλλιο και με να είχες ξεπαστρέψει.
Ζήση νωρίς γιατί με περιγέλασες
και μ΄έχεις πριν την ώρα έτσι ρέψει;