Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015


Σαλό Ρολόγι
 

Σαλό ρολόγι έβηξε πνιχτά το μεσονύχτι,
σα με μια πένα κούρδιζε τη λα ο μπουζουξής.
Είχα την πρώτη μου ζωή πιασμένη σ΄ένα δίχτυ,
πάντα μπροστά ο μαχητής μιας φάλαγγας λοξής.

Γαυγίζανε ημίαιμοι σ΄αυλές και σε καντόνια
κι οι πόρνες την πραμάτεια τους πουλούσαν μετρητοίς.
Μήνες ανυπεράσπιστος χωρίς τα χελιδόνια
και τις χαρές τις κίβδηλες που σέρνει ο Ποιητής,

μέχρι να φτάσει ο καιρός να πάρουν μπρος τα τόπια,
να γκρεμιστούν οι κίονες των σάπιων εμμονών.
Αφού μηδέν και τίποτα ενέσεις και σιρόπια,
τις συρραφές φασματικών ξεκίνησα οστών.

Σαλό ρολόγι χτύπησε ανάποδα τις ώρες
κι εγώ δεμένος με λουριά τραβώντας για χαμό,
στερνό το γεια ξαπόστειλα στις δόλιες μαυροφόρες,
σφυρίζοντας στους Σταυρωτές μοτέτα του Ραμώ.

 

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015


Σαν Επίλογος
 
Γεννήθηκα μια Κυριακή στης Άνοιξης το έμπα,
σε περιβόλι του Σιοράν κατάσπαρτο κορμί.
Ο λώρος ο ομφάλιος πίσω γραμμή στη πλέμπα,
με γκάζι κυκλοδίωκτο και πόθων στροφορμή.

Πατέρας μου το σύννεφο που μαύρο ταξιδεύει,
σε λάθος πάντα ουρανό γυρεύοντας Φυλή.
Αλλοίμονο, μητέρα μου η σφαίρα που λαθεύει
κι αντίς το κέντρο της καρδιάς, τους τοίχους απειλεί.

Πως έζησα μονόχνοτα, χωριάτης με χλαμύδα,
ανάμεσα σ΄αγάλματα σπασμένα και λερά;
Οι φίλοι μου με μάλωναν τι ξέσφιγγη μια βίδα
απάνω μου κι εγώ σκαρί σε άγνωστα νερά.

Γεννήθηκα μια Κυριακή του Μάρτη στα Σεπόλια,
βατεύοντας του τάφου μου γενναία την σχισμή.
Λιμένες δεν υπάρχουνε για με κι αραξοβόλια,
παρά πελάγη φονικά και καταρτιών τριγμοί.

 

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015


Το Φάσμα

Ευτύχησα ν΄αγγίξω ουρανό,
με νέφη σπιλωμένο βροχοφόρα.
Οι Μάγοι αποκρύβοντας τα Δώρα,
κομίσανε στη θέση τους σανό.

Θλιμμένα καφενεία λαϊκά,
από Ρηγάδες βρίθουν και Βαλέδες.
Το στόμα μου κατάλερο καφέδες,
κανοναρχεί λογάκια Ορφικά.

Και κάθε που φωτίζει Κυριακή,
το φάσμα του πατρός μου παίρνει σχήμα:
«Παράτησε το σάρκινο το ντύμα.
Λαλίστατοι -Αμλέττο- Ψιττακοί,

σε δώσανε αρρώστιες παιδικές,
σε δίδαξαν στραβά την Αλφαβήτα.
Ονόμασε αδέρφι σου την ήττα
και μαρς προς διαβάσεις Αλπικές».

 

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015


Το Κοριτσάκι Με Τα Σπίρτα

 
Στο φως που χαμηλώνει αντιστέκομαι.
(Ίδε το κοριτσάκι με τα σπίρτα).
Της νόνας μου τη θέρμη ονειρεύομαι,
να με ταγίζει κάστανα και μύρτα.

Ποτέ μου δεν κρυώνω. Τα κατάφερα,
οι θλίψες να λογιάζονται αχτίδες.
Βαρδάρης και Θρακιάς φυσάνε άσφαιρα.
Πληγώνεται το πνεύμα από ακίδες;

Φθαρμένο πανωφόρι και ακούμπωτο,
κασκόλ στραβοδεμένο ν΄ανεμίζει,
στο χέρι πλαστικό με χύμα ηδύποτο,
Επίκουρος κερνά, Αυτός γεμίζει.

Στο φως που χαμηλώνει σου ορκίζομαι
και στου γερό-Σκαρίμπα τη Χαλκίδα,
όσο με μαργωμένα χαριεντίζομαι,
Θα βρίσκεται για μένα μια πατρίδα.

 

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015


Ο Σταθμός

 
Αργόσυρτα βαγόνια στη βροχή,
μιας άλλης εποχής το εκδορείο.
Εδώ στων στεναγμών το θυρωρείο,
στοχάζομαι το πυρ ανακωχή

κι η σκάλα ένα τρικ του Ιακώβ,
να σέρνει τον κοσμάκη απ’ τη μύτη.
Αμόλυντη κι αν κράτησα τη κοίτη,
το γέρας μια απόχρωση του μωβ.

Δεν έχω περιθώρια. Κενό
τις πράξεις μου τυλίγει με σεντόνι,
αφήνοντας τραγούδια για το χιόνι,
να σήπονται στης Κίρκης το στενό.

Αργόσυρτα βαγόνια κι ο σταθμός
με το παλιό ρολόι σε κορνίζα.
Κάτω απ΄των Μοιραίων τη μαρκίζα,
γελώ κι είναι το γέλιο μου κλαυθμός.

 

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015


Φθηνή κολόνια

 
Τα μυστικά περάσματα με πρόδωσαν.
(Παγάνα εκεί, Αθάνατοι λιπαίνουν).
Οι χθαμαλές ελπίδες μου δεν πρόκοψαν
κι από τ΄απερασμένα παρασέρνουν,

αντί ψυχή πωρόλιθους, ελάσματα
και μαργωμένα κύμβαλα του τρόμου.
Πως σβήσανε Καλή τα ωραία άσματα,
μαζί με τα γκλιν-γκλιν του ταχυδρόμου;

Τσιγάρα που καπνίσαμε στα ρέματα
μοιράδι, αγκαλιάσματα στα πάρκα.
Του Ρίτσου θα ΄ταν μάλλον τα λαγγέματα
και του καμπούρη Ανδρέα η τρύπια βάρκα.

Χρονιές προσκολλημένος σ΄ένα μύθευμα,
το θύμα κολασμένης καταφρόνιας,
στοχάζομαι πικρά το διακύβευμα,
εκείνης της φθηνής «ΜΥΡΤΩ» κολόνιας.

 

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015


Μέρες του 2015

Ολάκερη σκηνή σα Ψυχοσάββατο
και σα Παρασκευή πάντα Μεγάλη.
Στης προσμονής ανάσκελα τον κράββατο,
δεν θέλησα, δεν σήκωσα κεφάλι.

Παντζούρια διπλοσφράγιστα την Άνοιξη,
το τζάκι θέρο-τρύγο φουντωμένο.
Την γνώριζα νεράκι την κατάληξη,
γι αυτό το στόμα βάσταγα ραμμένο.

Χυδαίοι προβολείς με συναρπάζανε,
στου Άμλετ το μονόλογο Δευτέρες.
Τα νιάτα μου βοριά λυσσάρη μπάζανε,
ομίχλες λιμανιών, σκυλιά, εταίρες.

Και μια Τετάρτη πάνω στα ικριώματα,
ασύγγνωστα μνημόνευσα Τσιτσάνη.
Πουρνό-πουρνό μ΄αδάκρυτα τα όμματα,
χαλεύαν οι  θαφτάδες κάποιον Γιάννη.