Μια Κυριακή καθίσανε σε γεύμα, Πατήρ, Υιός κι ασπαίρον Άγιο Πνεύμα.
Χορτάτος ο Πατήρ, Υιός στομάχι και τ Άγιο Πνεύμα: «Προβενσάλ βατράχι».
Τους διώξανε λοιπόν οι σερβιτόροι: «Αυτοί πελάτες πάνυ ψυχοφθόροι».
Και σχόλασε το γεύμα της Τριάδας, κακήν κακώς στ΄«Amigoς»της
Γλυφάδας.
Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2017
Ο
Πατέρας
Ο
Πατέρας κατεβαίνει αρχοντάγγελος σωστός, να
σκεπάσει με φτερούγες μπουχτισμένους του φωτός, τα
κοπάδια των αθλίων που μουλιάζουν στη βροχή, το
στερρό φρενοκομείο στοιχειωμένο μ΄ενοχή. Βγάζει
σάβανο τυλίγει, φύλο ράτσα και φυλή, μόνη
έγνοια του να ρέει γάλα μαύρο η θηλή. Νυχτοπερπατεί
στους δρόμους, συλλαβίζει προσευχές και
την πρώτη του Γενάρη: «Νέον Έτος Ευτυχές». Μόνο
μια φορά τον χρόνο, την Αγιά Παρασκευή, κλείνεται
στον εαυτό του κι είν΄η όψη του θαμπή. Κι
όταν λάχει να τρακάρει, βουτυράτο σαν κι εμέ: «Σπάσε
από μπρός μου» κρένει, «τζερεμέδων τζερεμέ».
Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017
Το Ρέκβιεμ της Κυριακής
Καθισμένος σε παγκάκι μες τ΄Αυγούστου την φωτιά, νοσταλγώ παλτό, κουβέρτα, τσίπουρο και πυροστιά.
Τ΄άστρα σβήσανε στους ώμους, κουρελιάστηκε η στολή κι έμεινα να περιμένω την χαριστική βολή.
Ξάφνου, φάντασμα προβάλλει απ΄την Κάτω Αντηλιά σαν κουτσός λαχειοπώλης, και μου κόβεται η μιλιά.
«Πάρε Στρατηγέ τετράδα να ταιριάζει στη ζωή, να ταιριάζει του θανάτου. Έχασες την ακοή;
Θα κληρώσει την Δευτέρα, προλαβαίνεις μια χαρά. Μόνο διάλεξε στα σβέλτα και κατέβα τον παρά».
Και σηκώνοντας το χέρι, παίρνω κάτι σε ζυγό. Χάθηκ΄ ο λαχειοπώλης, απολύθηκα κι εγώ.
Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017
Η
Κηδεία
«Φίλοι
καλώς ορίσατε», μιλώ μηδέ μ΄ακούνε, τι
τα χωνιά τους έχουνε φραγμένα με κερί, και
στέκοντας παράμερα μπλαβή να μην με δούνε, μέσα
στην ανημπόρια τους φαντάζουν τυχεροί.
Γελώ
με τα καμώματα μα πάλι ανθρωπίσιο πράγμα
ο φόβος και καλό αλάργα να στηθείς, τον
σύντροφο που θα περνά, με μάτι αετίσιο να
κόψεις, μ΄έγνοια μοναχή πώς να μην ηττηθείς.
Ο
θάνατος για τους νεκρούς κι εγώ νεκρός δεν είμαι. Δεν
είμαι και ας φαίνομαι. Παράσταση φρονώ, το
πανυγύρι τούτο εδώ. Το φέρετρο που κείμαι, ένα
σαράβαλο αστικό που πάγει Κολωνό.
«Φίλοι
καλώς ορίσατε».Καιρός μου πια ν΄απέχω, με
το κεφάλι πέφτοντας στις σπείρες του βυθού. Της
λήθης φέρτε μου νερό, τις μνήμες για ν΄αντέχω, και
φυλακήν τω στόματι, Παλιέ Πατέρα θου.
Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2017
Ο
Αγαμέμνων στο περίπτερο
Αγόρασα
καπνό κι εφημερίδα. Τα
πλοία καθώς πάντα, στην Αυλίδα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Της
θάλασσας το κύμα μ΄αρρωσταίνει. «Στα
όρη βρες την τύχη σου», μου κρένει.
Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017
Ο
Φίλος
Ο
φίλος πικρογέλασε και πέρασε στη λήθη, μ΄ένα
μαβί πουκάμισο, σακάκι σταυρωτό βογκώντας:
«Θα με θυμηθείς σαν σε βουλιάξουν μύθοι μπετόν
αρμέ, σαν καρφωθείς σε φράχτη αγκαθωτό ».
Κι
εγώ που άναβα πυρσούς με μαύρο αναπτήρα, κόντρα
σ΄ανεμοθύελλα, ραγιάνι φοβερό, τον
πρώτο φανερώνοντας τριμμένο χαρακτήρα, ενέχυρο
ακούμπησα πυξίδα και φτερό.
«Για
πάντα πένης» κλάφτηκα, «για πάντα στενεμένος, στη
Λισσαβόνα θε να βρω νοήματα χλωρά, που
θα βοηθήσουν να καμφθεί της μοναξιάς το μένος, και
θα μου δώκουν έρεισμα μέσα στην Αγορά».
Ο
φίλος πικρογέλασε: « Να μείνεις στην Αθήνα. Εδώ
Σεφέρης. Ποιος για σε στου Τάγου τις στροφές;» Με
το ζερβί μου του ΄γνεψα στερνό το γειά στη Σίνα, θρηνώντας
της φιλίας μας τις σάπιες οροφές.