-Για τον τρανό τον ποιητή, που Νόμπελ του αξίζει, πείτε μας κάτι ως σύνευνη! -Ο πούστης ροχαλίζει!
Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2017
Το Χρίσμα
Με των χεριών τη δύναμη, δε πολεμιέται ο Κρόνος, ασλάνι αιμοβόρικο. Εγώ ο Αυτοχτόνος,
που ρώμη του συνέτριψα, μ΄αποκοτιά και πείσμα, σου λέγω κάτσε γέρασε, για λάβε συ το χρίσμα.
Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017
Ένας Χάρτινος Κόσμος
Χάρτινο κόσμο από τα πέντε κατοικώ, με κάτι εξώφυλλα ταγμένα να ξεφτίζουν, βάρκες συρμένες σ΄ακρογιάλι Αττικό, που χινοπώρου αφροί αλύπητα ραντίζουν.
Ο Ντοστογιέφσκι με κασκέτο ναυτικό, Παίχτη κι Ηλίθιο συνέχεια με κράζει, Πότη ο Φάλαντα, ο Χάμσουν Νηστικό κι ο ροδο-Ρίλκε Ντουίνο αινίγματα μου βάζει.
Πρωτοχρονιές μέσα στη πίκρα της γιορτής, Παρασκευές σχεδόν αλλόκοτα Μεγάλες, ένα ζεϊμπέκικο ερήμην αορτής, γυρίζουν βόλτα με τα χέρια τους διχάλες.
Και σαν τελέψουνε, στα ράφια τα παλιά, παίρνουν την θέση τους ξοπίσω από «Επαίνους», πριν να βουτήξουν αυτοχτόνοι στα χαλιά, και τους σηκώσει ο ποιητής τσαλακωμένους.
Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017
Μονομαχία στην Αχαρνών
Τον «Πότη» δες του Φάλαντα, που παραχώνει τάλαντα, κι εμέ του Πάθους τον στεγνό, που και νερό να πιω ξεχνώ, στην Αχαρνών μεσάνυχτα, με μάτια μας μισάνοιχτα, για το θρονί των Ουρανών, (εν μέσω Σύρων κι Αφγανών,) αμάχη να σηκώνουμε, μητρώα να λερώνουμε, ποιον μουστερή από τους δυο, ο Γιαραμπής θα ορίσει Γιό.
Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017
Διάλογος μ΄έναν Στρουθοκάμηλο
-Λαμπρό σαν φωτοστέφανο, βλέπω το φέρετρο σου, να περιγράφει σε αδρά! -Τον στράβακα καμώσου!
Οι Πίθηκοι
Όπου γυρίσω πίθηκοι, τον Λόγο ν΄ακονίζουν. Εγώ τι σόι άραγες; «Δικό μας», ξουραφίζουν!
Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2017
24 Ώρες
Ξεπόρτισα στις πέντε ξημερώματα, σκατά σκυλιώνε, λασπουριά και χώματα. Κατά τις έξη πάτησα Πετράλωνα, που κάποτε για μια Καλλιόπη καύλωνα. Επτά…Παπάδες είδα να προσέρχονται, στες εκκλησιές και είπα: «Δε κουρεύονται». Οκτώ κι οι δρόμοι γέμισαν παραίτηση, εννιά και τρέχαν μάγκες γι΄απολέπιση. Στις δέκα ο ζητιάνος παραφέρθηκε, σαράντα σέντσια του δωνα, δεν δέχτηκε. Κοντά στις εντεκάμισυ μυστήριο, λιβάνι μύριζε τ΄οβελιστήριο. Νταν δώδεκα ο Άμλετ κι πατέρας του, δυό νότες κλειδοκύμβαλου ασυγκέραστου. Στις μία ο ήλιος έκαιγε(τι Κόλαση;) και πήρε να θολώνει μου την όραση. Μπιζέρισα και γύρισα τρεκλίζοντας, (χαρβαλωμένο στόρι ο ορίζοντας), στο σπίτι, στο σπιτάκι, στο κουμάσι μου, εκεί που κάποτε ήτανε του Άσιμου. «Που βόσκει η συμβία μου;» απόρεσα, παντούφλες μ΄αρκουδάκια μαύρα φόρεσα και χύθηκα φαρδύς-πλατύςστ΄ ανάκλιντρο, ανοίγοντας ασκό οίνο πεντάλιτρο. Επέστρεψε στις τέσσερις κουρούμπελο. (Φαγούρα φοβερή πάνω στο κούτελο). Ως τα μεσάνυχτα μηδέν απάνταγε, κλειστό το στόμα της σα Σφίγγα κράταγε. Πρώτου της έκαμα βαθμού ανάκριση, δίχως μια στάλα οίκτο και διάκριση, στις τέσσερις εδέησε: « Έχω γκόμενο… Με τέτοιον άντρα πράγμα είν΄επόμενο». Και κλείνοντας ξυπνός εικοστετράωρο, εμέ και δαύτη απόστειλα στο διάολο.