Γιάννης Παγώνης- ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΛΟΓΟΥ
Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2018
Νέος Θησέας
Το μελανότατο πανί,
εν σθένει θα σηκώσω,
χωρίς πολλές περιστροφές,
τον γέρο να σκοτώσω,
και με περιουσία του,
το Γκάζι ν΄αλετρίσω.
Και πέλαγος θ΄ονομαστεί,
κι εγώ δεν θα μοχθήσω…
Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2018
Ο Ούτις
Η τσούπρα που με σκάρωσε,
μ΄είπε Βελλεροφόντη,
για να βρεθώ ξηντάχρονος,
μ΄ένα στο στόμα δόντι.
Γι΄ αυτό κι εγώ σα με ρωτούν,
κια που γυρνώ ξεκούτης,
πως λέγουμε, πως με καλούν,
τους κογιονάρω: «Ούτις!»
Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2018
Το Λάθος Άτομο
(για τον κ.Νίκο που δεν εορτάζει)
Κοντόμερος στην Αχαρνών,
χλωμός, το δέμας φλοίδα,
μες σε καφέ της συμφοράς,
ανοίγει την παρτίδα:
«Καλώς τον τον Αρχάγγελο
και Σπαθομιχαλάκη…»
«Με κάποιον με μπερδεύεις για.
Μένα με λένε Σάκη».
Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2018
Του γέρου ο θάνατος
Ο θάνατος προσπέρασε,
τα είκοσι μου χρόνια,
αφήνοντας με άτρωτο,
μέχρι να ιδώ εγγόνια.
Μα τέτοια δεν του συγχωρώ…
Μανιάτικο φυλάγω,
που μ΄έχει κάμνει στανικώς,
μερονυκτώνε φάγο.
Οιδίπους επί Κολονώ,
(διάβαζε να μαθαίνεις),
λέγει πως είναι φρόνιμο,
παιδάκι να πεθαίνεις.
Γιατί του γέρου η τελευτή,
πράξη πολλά γελοία,
την επρογκάν οι συγγενείς:
«Τήρα σκατά κηδεία…»
Ο θάνατος έχει αξιά,
σαν εύμορφο το πτώμα,
τι απ΄τα ΄ξήντα κι ύστερο,
χώμα σκεπάζει χώμα.
Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2018
Χρόνους δέκα
Χρόνους δέκα φούρκα και θηλιά,
χρόνους δέκα κλώτσο και ξυλιά,
και δεν έβγαζα μιλιά,
ξερή μηλιά.
Στα χέρια σου μαρτύρησα,
πόνοι με σκάψαν και καημοί,
μου γνώρισες το χιόνι,
κι ένα θρακιά δριμύ.
Χρόνους δέκα χόρτασα βρισιά,
χρόνους δέκα την αλυπησιά,
ώσπου είπα: «Χωριστά,
σα δυο νησιά».
Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2018
Ο θάνατος της πλάβας
Η πλάβα έρεβε στην όχθη,
κάθε χρονιά και πιο πολύ,
κι όταν το ξύλο ηνεώχθη,
κι όταν η Μοίρα φειδωλή,
ήρθε σαλπίζοντας στιχάκια,
για θάνατο και για ζωή,
της είπε η πλάβα δυο λογάκια:
«Το δέμας μου φυλλοροεί,
μα καρτερούσα σ΄ από χρόνια,
μ΄ευθυτενές δόξα πατρί.
Μόν΄δώκε διάτα στα τριζόνια,
να ψάλλουνε το τρι, τρι, τρι».
Κι η πλάβα γλίστρησε στα βάθη,
με ρόγχους και γλουγλουκισμούς,
κι ο Άδης σφόδρα εταράχθη,
μ΄όλους του τους συνοικισμούς.
Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018
Εγώ το καράβι
Το καράβι βούλιαξε νωρίς,
και να φύγεις ήσυχη μπορείς.
Τώρα τι μελαγχολείς;
Συ, της βολής!
Τα χέρια μου δεν μπόρεσαν
τιμόνι, φουσκοθαλασσιά,
τον φάρο και τον βράχο,
την κοσμοχαλασιά.
Το καράβι δίχως ένα ΣΟΣ,
το κατάπιε κύμα και αφρός,
κι εσύ ρέμβαζες απλώς,
παρά θίν΄ αλός.
Νεότερες αναρτήσεις
Παλαιότερες αναρτήσεις
Αρχική σελίδα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)