Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014


ΜΙΚΡΗ ΒΕΝΕΤΙΑ
 
Σεβαστιανού, στων Σκύλων το παράπηγμα,
πρωτόγαλα σε ραγισμένο τάσι.
Στα σύννεφα ψηλά γυρεύω άνοιγμα,
τραυλίζοντας: «Α κύριε Μαλακάση».

Χέρι νωθρό, βλαμμένο και φυγόπονο,
καρδιά μες στης απόγνωσης το γείσο,
ένα παλιό υπάρχω μαγνητόφωνο,
ανήμπορο αινίγματα να λύσω.

Από Κουκάκι μέχρι τα Πετράλωνα,
τσιγάρο ένας δρόμος. Δεν με νοιάζει,
τη συντροφιά που έχασα του Πλάτωνα.
Σιγά που θα το βάλω και μαράζι.

Σεβαστιανού, πιωμένος καταφρόνηση,
μακραίνω σου «Μικρή» μου  «Βενετία»,
με το μυαλό κουρκούτι από τη δόνηση,
που δίνει των στροφών η επαιτεία.

 

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014


Ρίτα και Οιδίπους

Της μάνας την ευχή σε βόθρο πέταξα
και κίνησα πεζή για τους Φιλίππους.
Κεράκι στους Θεούς χάσικο έταξα,
να δοξαστώ και πάλι ως «Οιδίπους».

Ηθοποιός στης παρακμής τον άμβωνα,
βαμμένος με τα χρώματα της ήττας,
πατούσα σ΄αναμμένα πάντα κάρβουνα,
πα στο βωμό μιας τραγουδίστρας Ρίτας.

Της μάνας την ευχή βαθιά παράχωσα,
σε τάφο μυστικό στην Καλλιθέα.
Μονάχα εγώ, (τι ατυχιά), εμάργωσα,
από την πυρκαγιά του Προμηθέα.

Κοθόρνους, μάσκες, μονολόγους λιάνισα,
μετά από παράσταση ολέθρου.
Μητέρα, που ως Ρίτα σε απάντησα,
τραγούδια κοίμισε με της Υπαίθρου.

 

Βρέχει

Βρέχει στο σπήλιο του Χριστού
και στου Ινδού τον τάφο,
βρέχει στις Ράχες Τυμφρηστού,
βρέχει και δω που γράφω.

Βρέχει στον Άγιο Τρύφωνα,
στα Λιόσια,  στην  Βεργίνα.
Στους στίχους πάλαι τρύπωνα,
τώρα πατώ σε γλίνα.

Βρέχει στης Πλάκας τα στενά,
Μεστά, Λουτρά Κυλλήνης.
Και τι που ζω; Ας πέθαινα
εφάπαξ κι εξαπίνης.

Βρέχει στη Νιο, στoν Μόλυβο,
Πυλαία, Νέα Κρήνη.
Ποιος το δικό μου κόλλυβο
θα τρώγει και θα φτύνει;

 

 

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014


Το Ρύζι

Πέσαν τα μάνταλα βαριά. Οι αποθαμένοι,
«σκλαβάκια» παίζουν στις πλατείες και στους κήπους.
Εδώ δεν έχει Αμφιπόλεις και Φιλίππους,
μόνο φαντάσματα και μια πληγή που χαίνει.

Σέρνονται όμοια μπακακοί και περιμένουν,
να μου φιλήσουν τα ποδάρια με τ΄αχείλι,
πύο γιομάτο. «Για κρατείστε με πια Φίλοι,
Κλείτους λογχίζω μα εκείνοι δεν πεθαίνουν».

Πέσαν τα μάνταλα βαριά. Φωτιά, τσεκούρι.
Τώρα καπνούρα Σογδιανή και  Σαμαρκάνδη.
Μας σέρνει όλους Βελζεβούλης με το γάντι
και ποιος τη πίπιζα ηχάει και ποιος σαντούρι;

Άγρυπνος έξη το πρωί κι ακόμα βρέχει.
Κάτι βαθιά πολύ στα σπλάχνα  τσιτσιρίζει.
Η σύνευνος: «Σαν τι θα φάμε;» «Βράσε ρύζι
Ένας Αλέξανδρος και ρύζι, το αντέχει».

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014


Ο Φτωχούλης του Θεού

Χωρίς στατήρα πάτησα στα μνήματα,
προς τις ακτές ξεφεύγοντας των άστρων.
Κάποιος ψηλά χαλάρωσε τα νήματα
και φώναξε στριγκά: «Μιχάλη, άσ’ τον».

Στις πλάτες τις φτενές, μανδύας άλικος.
Ποιος ήμουν; Μια κοτύλη αμφιλύκης,
ένας θνητός θρασύτατος πλην  πάροικος,
που ορέχτηκε φιλί της Ευρυδίκης.

Γύρω Μαινάδες έτοιμες για βύθιση
κι εγώ στη μέση άσσος των γηπέδων.
Ξένο κουστούμι πάνω μου η Ποίηση,
στιχουργική κατηγορίας παίδων.

Τρείς του Μαρτιού, το luger καλολάδωσα
και βάζοντας σιμά τον κρόταφο μου,
ψυχή και μπεζαχτά και spleen παράδωσα,
εις χείρας  Ιωάννου  Χρυσοστόμου.

 

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014


Ο Καφές με τον Ξένο

 
-Μ΄ένα καφέ ξορκίζω την κατάθλιψη,
αρδεύοντας τα μέσα μου τοπία.
-Να βλέπω χέρια! Τέρμα η μετάληψη!
Τώρα παντού νομισματοκοπεία.

-Η προσμονή βουκέντρα και μαστίγιο,
με στέλνει την αυγή να νίψω μούτρα.
-Ο Οίκος πια δεν στέκει καταφύγιο,
μόνο μια μαδημένη, παλιοκούτρα.

-Σε ποιους Κριτάδες γόνυ και θυμιάτισμα;
Σε ποιο μποστάνι πίστη να φυτέψω;
-Ο Κρόνος φευ προσβλέποντας σε άθροισμα,
γουστάρει στο μαγκάνι να σε ζέψω.

Μ΄ένα καφέ βαρβάτο δίχως ζάχαρη,
γαλβάνισε στομάχι για ν΄αντέξει.
-Στου Πιτροφού πιστώθηκα την κάπαρη
κι ας κατεβάσει Ξένε ότι βρέξει.

 

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014


Ξημέρωσα πιωμένος
 
Ξημέρωσα πιωμένος πυρ αθάνατο.
Οι Νύμφες χαψωμένες σε λαγήνι,
στραφτάλιζαν λογχίζοντας Ανάλατο,
καθώς τον Λαπαθιώτη η μορφίνη.

Των κάπρων αφοδεύσεις καταδέχτηκα,
τα γέλια, το γλυφόνερο της βρύσης,
φωτός τον κουρνιαχτό, παλιά ρεμπέτικα
και στα στερνά, του Κάλχαντος τις ρήσεις:

«Κατάρα στων Προγόνων τον ομφάλιο,
κατάρα στης εταίρας το αιδοίο,
κατάρα τρις στα ξάρτια, στο πηδάλιο,
κατάρα στο εντός κρεοπωλείο.

Κατάρα στα κελιά τα Κυκλαδίτικα,
κατάρα στη πλατεία Ασωμάτων,
κατάρα στου Διός τον σαρο-Μύτικα,
κατάρα στον Ινφάντη των προβάτων».

Ξημέρωσα πιωμένος πυρ αθάνατο.
Και ξάφνου, των Αγίων η χορεία,
με στόμα ρημαγμένο: «Άρον κράβαττον
και πέρασε αμνός στην απορία».