Ασώτου
Της Αττικής σιχάθηκα το φάος και το άλας,
στρέφοντας νου κι εντόσθια στη γη των Αφανών,
όπου συγύρισα μονιά δίχως σκεπή ο τάλας,
μ΄ένα λαμπτήρα βατ οκτώ αστέρων απλανών.
Που ο Πατήρ, τ΄Αδέρφι μου, της μάνας το μνημούρι,
που όριζαν τις ώρες μου και τη καλή χρονιά;
Τώρα πικρότατοι ψαλμοί ξεπλένουν το αχούρι
απ΄την οσμή των γουρουνιών που βόσκουν στη γωνιά.
Εμπρός λοιπόν στα πόδια μου...Τη νυστουριά τινάζω,
κι ευθύς για εισιτήριο: <<Ντέκι για Πειραιά>>.
Εις εαυτόν μου στρέφομαι κι από χαρά κοάζω:
<<Βατράχι σου πατρίδα μου, γλυκιά και γηραιά.
Πατέρα μου, στο Σούνιο που στέκεις πετρωμένος
ζωντάνεψε, τα μαύρα μου μαζεύω τα πανιά,
και σού ΄ρχομαι σα ζήτουλας στην αγκαλιά χωμένος
την σην αεί να στέκομαι, τι δράκος η ορφανιά...>>
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου