Τετάρτη 29 Μαΐου 2013


Σαν θες να γεράσεις

 

 
 
 
 
 
 
 
 
Μου κόψανε τον βήχα οι Θεοί:

<<Ο βίος σου; Πρελούντιο του τάφου.

Το πόδι να΄χεις πρόχειρο ελάφου,

σαν θες χρόνο πολύ να σ΄ελεεί

 

της Μοίρας το πουγκί. Κρύψου καλά.

Γυναίκεια ντύσου. Γίνου Αχιλλέας.

Κάθε θνητός αθέλητα φορέας,

του μέγα Ύπνου, σπίτια που σφαλά.

 

Τρίτη 28 Μαΐου 2013


Ζήτημα Χρόνου
 


 
 
 
 
 


Η φελούκα θα σπάσει στα βράχια.

Του Χριστού, θα φορέσουν στεφάνι.

Ο κοριός θα δαγκάσει στο χάνι,

τον τραχύ οδοιπόρο. Βατράχια

 

θα κοάξουν τραγούδι προς τ΄άστρα,

με τη θλίψη καλά μουσκεμένη.

Πεταλούδα γυμνή μια Ελένη,

τα φτερά θε να κάψει στα κάστρα

 

της Τροίας.(Χλιμιντρίζοντας τ΄άτι,

για στερνή πια φορά τριποδίζει.

Φονική κάποια σφαίρα σφυρίζει,

πριν χυθεί το πανόσιο μάτι).

 

Το κορμί μου θα γείρει στον τάφο,

ένα δείλι του Μάη, στις έξη.

Πόσα χρόνια κανένας ν΄αντέξει,

τον τρελό της ζωής ταχογράφο;

 

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013


Οι κιοτήδες
 

 
-Που πας Άγιο- Καμιόνι μες τη νύχτα;

-Στη μάνδρα της πικρής Καισαριανής.

-Το τέλος μου ποιο θα ναι χαρτορίχτρα;

-Δεν το κατέχει τζόγια μου κανείς.

 

-Πως το πες το χωριό παπά-Γρηγόρη;

-Μανιάκι. Τα ταμπούρια μας εκεί.

-Νταγιάντα… Γολγοθάς το ανηφόρι…

-Πάντα ωραίοι φεύγουν οι Γραικοί.

 

-Και συ Γιακόβ στο τρένο; Που τραβάμε;

-Νταχάου, κάποιους γροίκησα να λεν.

-Μαζί μου προσευχή βάλε και κάμε,

ταξίδι αυτό στερνό προς το μηδέν.

 

Ας πάει στο γέρο-Διάολο το τρένο.

Πλήθος καμιόνια τρέχουν στο χαμό.

Μανιάκι; Το χωριό μια στάλα ξένο.

Βγάλτε λοιπόν κιοτήδες τον σκασμό.

 

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013


Στο καμαράκι

 

Τι χάλευες Ραββί στο καμαράκι,

ντυμένος το κοστούμι το λινό;

Σιμά η Ακταία μ΄άρωμα φθηνό,

θωρούσε τ΄ αλουστράριστο καπάκι

 

και τα λουλουδικά τα μαραμένα,

να σχηματίζουν γύρω σου χορό.

(Τρυπώνοντας το φως απ΄τα βιτρώ,

μια Παναγιά σκοτείνιαζε Παρθένα).

 

Τι χάλευες Ραββί στο καμαράκι

σαβανωμένος Άγνωστο Θεό;

Το χέρι σου αφύσικα φαιό,

φτερό κανοναρχούσε από κοράκι.

 

Περνούσαν τα τρικάταρτα. Οι ναύτες

στα ξάρτια βλαστημούσαν τον καιρό.

-Κράτα κουμάντο Γέρο σταθερό…

Fra poco, μας λεβάρουν νεκροθάφτες.

 

Πέμπτη 23 Μαΐου 2013


Τα χρόνια που ταξίδευα

                        Του Λευτέρη



Τα χρόνια που ταξίδευα προς τ΄άστρα,

στιλπνό λεπίδι, θρίαμβος παντού…

Ομίχλη στα ριζά του Ξαναντού

και χώμα μουχλιασμένο μες τη γλάστρα,

 

μποδίσανε ν΄ανθίσει το λουλούδι

το χορικό της πρώτης πυρκαγιάς.

Πως έζησα τον βίο σαν ραγιάς;

Πως χόρεψα του Γύφτου σαν αρκούδι;

 

Τα χρόνια που ταξίδευα προς τ΄άστρα,

η Κόρη χασμουριόταν στις φασκιές.

Ο κόσμος μου του Πλάτωνα σκιές

και μάτι φωτισμένο από πάστρα.

 

Πως γύρισε καπάκι ο αιώνας;

Τι να φταιξε; Ποια μοίρα τραγική,

σακάτεψε μια Χώρα Ηβική

και βαλτοτόπι πια ο Μαραθώνας;

 

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013


ΟΙ ΜΑΡΜΑΡΑΔΕΣ


Οι Μαρμαράδες μπούχτισαν τη σκόνη

και φύγανε για πόλη μαγική.

Τι ν΄αγοράσουν πέντε Δαρεικοί,

τη σήμερον; Στου κόσμου το μπαλκόνι

 

και στα κακοστρωμένα καλντερίμια,

με την καρδιά γιομάτη τιμαλφή,

των Ευμενίδων βγάζω το καρφί

και μπήγω το σε κβάντα και ψοφίμια.

 

Μια παγερή σαν Διάβολος Σαλώμη,

γυμνή μέσα στα πέπλα της τα εφτά,

λαγόνια πάντα σείει τορνευτά,

στο Φιουμιτσίνο έξω από τη Ρώμη.

 

Οι Μαρμαράδες μπούχτισαν τη σκόνη.

(Μπαλτάς η Γέννηση τους). Κεφαλή

σε δίσκο περιφέρουν. Στο χαλί

το αίμα, όσο πάει και απλώνει.

 

Τρίτη 21 Μαΐου 2013


Σαλός Λαγός

 

Φεγγάρι δίχως άλω συλλαβίζει,

Ψαλμούς σ΄έναν Θεό που βαριακούει.

Την πόρτα μου αγέρας σφόδρα κρούει

και γω σαλός λαγός στο ρωγοβύζι,

 

των όχλων αψηφώντας τους κανόνες,

τη γλύκα της ταφής, τα ψαλιδάκια,

γαύρο υψώνω μάτι στα κοράκια,

τις Δαυϊκές που ξέφυγαν σφενδόνες.