Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013


Ψυρρή 13

Σηκώνεις λιγωμένος το ποτήρι σου,

λες <<στην υγειά μας>> κι όποιος σε πιστέψει.

Μες στον καθρέφτη σάβανα του Ιησού,

προσδίδουν στο κρασί μια σάπια γεύση.

 

Οι κόνδορες περνούν πριν τα μεσάνυχτα.

(Στο σπίτι το παιδί βαριά κοιμάται).

Από παλιά, πορτόφυλλα ορθάνοιχτα,

γυμνάζανε τον σκύλο να  φοβάται.

 

Την ώρα των μεγάλων αποφάσεων,

μ΄ένα ξορκίζεις νεύμα τροχονόμου.

Επόπτης ξεχασμένων παρελάσεων,

το σύρμα σε κρατάει του Διστόμου.

 

Και γω που σ΄είχα κόνισμα πολύτιμο,

φρυγμένος από χρόνων αλουσία,

του Χάροντα πληρώνοντας αντίτιμο,

μπαρκάρω aller,  Ψυρρή -Αχερουσία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013


Γ
 

Την μια στιγμή στη πόλη έχεις όνομα,

γυναίκα, σπίτι, τέσσερα πτυχία,

την άλλη ξημερώνεσαι απότομα,

κομμένος φέτες σε νεκροτομεία.

 

Στο Μόναχο Παρασκευή λουκάνικα,

την Τρίτη στις Βρυξέλλες fritkots, μύδια.

Την Πέμπτη ραντεβού στα γουναράδικα

και την Δευτέρα βουρ για τα τσακίδια.

 

Γενάρη χουχουλιάζεις μπρος στη σόμπα σου,

κάστανα ψήνοντας, ρουφώντας ρούμι.

Τον Μάρτη Χάρος λέγει:<< Φίλε ώρα σου…

Ξεκούνα, τρισκακόμοιρε χαντούμη>>.

 

Έτσι και γω για τα καλά χρεώθηκα,

σε στίχο κάθε τι να περιγράφω.

Από σειρήνες βίου δεν αλώθηκα,

των Ποιητών διαλέγοντας τον τάφο.

 

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013


 
Β
 

Μες τους δρόμους Σουμπερίτες και Χίτες,

λούγκερ, πιόμα, κατακόκκινες μύτες.

Στο γραμμόφωνο ρεμπέτικοι δίσκοι

και γω σε μια γωνιά να πίνω ουίσκι.

 

Μέσα-όξω ξυρισμένα κεφάλια,

γαίμα, σπέρμα, ιδρωτάρι και σάλια.

Στο κρεβάτι συ γυμνή οδαλίσκη

και γω σε μια γωνιά να πίνω ουίσκι.

 

Ραψωδίες, Killah Past, Αμφιάλη,

Ναυπηγεία, ταξική διαπάλη.

<<Νοσφεράτου>> στη t.v με Κλάους Κίνσκι

και γω σε μια γωνιά να πίνω ουίσκι.

 

Κοινωνία βουτηγμένη στη τρέλα,

<<φύγε>> λέει μα χυμάει στη Στέλλα.

Τα ξανθά της τα μαλλιά σε κανίσκι

και γω σε μια γωνιά να πίνω ουίσκι.

 

 

 

 

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013


 

Α
Κερκόπορτα θα ανοίξω και προδότης,

Θα βαπτιστώ στη μνήμη των πληβείων.

Εγώ της Αγοράς ο μαύρος κύων,

εγώ και του Κοινού ο εξωμότης.

 

Δεν βάσταξα να ζω με ψευδαισθήσεις.

Μοίρα μου κοπετός, πληγή και ρήγμα.

Των ερπετών συνήθισα το δήγμα,

τόσο που περιττεύουν εξηγήσεις.

 

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013


Καρδιά μου

Καρδιά μου γυάλινη στη Νύχτα των Κρυστάλλων,

τον φονιά σου μην τρέμεις, κάμε κουράγιο.

Θάλλει κάπου και για σε ένα μουράγιο,

όπου αχός υψώνεται τραχύς στροφάλων.

 

Καρδιά μου χάρτινη, έχουν πυρές ανάψει

οι Σταυρωτήδες και σέρνουν το χορό τους.

Λύκους τώρα τρέφει η πηγή του σκότους,

μα η φωτιά σου δυνατή θε να τους κάψει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013


Στο Τροπικό του Καρκίνου

Τα μαύρα τα πουλιά πάντα ζευγάρι,

χαράζουν της εταίρας τη σαγήνη,

με χάρη μπαλαρίνας των Μπολσόι.

Λειψό αποβροχάρικο φεγγάρι,

τη ζώνη του αδίκως πάλι λύνει,

Δάφνις που θε να μείνει δίχως Χλόη.

 

Και γω από γκρεμνούς αποσταμένος,

μιαν έξοδο γυρεύοντας κινδύνου,

στις πενιχρές συντάξεις των κλειδούχων,

τα χείλη θα ματίσω. Με τι μένος,

στο Τροπικό με πνίγουν του Καρκίνου,

ωκεανοί ποτών αλκοολούχων;

 

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013


ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ

 
-Αυτός θανάτω θάνατον πατήσας

κι εγώ σε λάκκο άγνωστος νεκρός.

<<Με το κουτάλι χώμα θε να τρως>>,

τα λόγια τα μισά μιας κλέφτρας κίσσας.

 

Το κομπολόγι ξέχασα στο σπίτι.

Πώς να περάσει γιέ μου η βραδιά;

Μεγάλωσε του κήπου η ροδιά;

Προσέχεις να σφαλίζεις με τον σύρτη;

 

-Πατέρα, τι λαλείς με το καλάμι;

Κιβουριασμένο σ΄έχω στο Μπραχάμι…