Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013


Νύχτες του Φλεβάρη με τον Θίασο

 
Του Σούρλα αργυρώνητοι, πρεζόνια,

μου στρέφουν το μαχαίρι, με προγκάνε.

Κρίτωνες, μες στη χάψη συζητάνε,

ξαπλώνοντας σε λίθινα σεντόνια,

 

με μια μελαγχολία να τους τρέφει

απόκοσμη. (Ακορντεόν Θιάσου).

Άπαντες εν χορώ: <<Να ζήσεις βιάσου,

προτού χυθεί ο χάρος με το ντέφι>>.

 

Φλεβάρης με τον λάρυγγα κομμένο.

Απ ΄τες επτά, σφαλίζω και πεθαίνω.

 

 

 

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013


 Ο Τάφος του Ελύτη
 
 
Γυρέψαμε το σώμα του Ελύτη,

γερά βαστώντας κάμερες της Nikon.

Εσύ, στο κηποθέατρο των Λύκων,

εγώ, στη ξιπασιά του ψωμοζήτη.

 

Γυρέψαμε το σώμα του Ελύτη,

ανόητα σε τάφους μια Δευτέρα.

Ακίνητη στο μάρμαρο γουστέρα,

συλλάβιζε τα ονόματα του Δύτη:

 

ΠΛΑΤΥΣ, ΣΕΝΤΟΝΙΑ, ΙΟΣ, ΑΝΕΜΙΖΕΙ,

ΑΝΥΜΦΕΥΤΗ, ΝΕΦΕΛΗ, ΦΩΣ, ΛΙΚΝΙΖΕΙ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προς Μενοικέα


Το τράγιο σου το κέρας Μενοικέα,

σαν γράφεις τέτοια λόγια του Δασκάλου.

Πετάς, μα ναι τα κόλπα του Δαιδάλου

και κεφτεδάκια ίππου των ΙΚΕΑ.

 

Αυτά συμβούλευα σε τόσα χρόνια;

Της Ύλης το ποτάμι τ΄ αφρισμένο

αλί και σε πετύχει ζαλισμένο,

μ΄εκπτωτικά στις τσέπες σου κουπόνια.

 

Λίγη σταφίδα φτάνει για το δρόμο.

Κάμε ψυχή κι απόδιωξε τον τρόμο…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013


Στα Ψιλά των Πρωινών Εφημερίδων

                  Για τον Δημήτρη Νικηφόρου

 
Φθαρμένος αστρολάβος οδηγούσε,

τα βήματα τα τρέκλια του Δημήτρη.

Άστραφτε κάπου. Σάρκινο αγκίστρι,

σεμνά στην αμαρτία τον ωθούσε,

 

μ΄αψηφισιά και οίστρο σχοινοβάτη.

<<Που χάθηκε το τραμ το τελευταίο;>>

Απάντηση δεν πήρε… Το στηθαίο

καβάλησε. <<Μητέρα μου Εκάτη,

 

πατρίδα των πυρσών και των ανδρείων,

εγώ ο Ανατέλλων και ο Δύων>>.

 

 

 

 

 

 

 

 

Στην Προκυμαία της Πρεβέζης

περπατώντας αργά, με την στηθάγχη

να μου μαθαίνει τρόπους του θανάτου

και συνήθειες, κάρβουνα μιας βάτου

χαλεύω Βιβλικής. Ύστατη μάχη

 

αυτή. Από παντού λυγρές ειδήσεις…

Δίδυμοι πύργοι καταρρέουν Φίλε, 

τα σύμπαντα. Ηνεώχθησαν Πύλαι

και που Οδηγητή να βρεις να χρίσεις;

 

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013


Καβαφικόν Γ

 
Ξένος εγώ πολύ. Αφθώδεις δρόμοι,

μιας Πόλης που δεν στάθηκε δική μου.

Ψυχή, σπηλιά βαθιά του Πολυφήμου,

το νου σου έχε. Πέντε αστυνόμοι

 

στήνουν παγάνα. Τόλμησε στον ύπνο,

ανάστημα για μια φορά να υψώσεις.

Ξημέρωμα, το μάτι σου θα δώσεις,

να βρουν οι νηστκοί στρωμένο δείπνο.

 

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013


Ο Σωσίας

 
Η ώρα η βαριά θαρρώ σιμώνει,

να μπάσουνε τα όνειρα νερό.

Απ΄έναν ύπνο βγαίνω ζοφερό…

Στο πλάγι γαυριασμένη Περσεφόνη,

 

τανιέται με φιγούρες μπαλαρίνας.

Ξημέρωσε. Ο κόκορας λαλεί.

Κάποιος πληρώνει πάντα το μαλλί.

Ας είμαι γω, των άστρων ο κηφήνας.