Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013


Ich habe genung
 

 
Γυμνός στο παγωμένο μου κρεβάτι

στριφογυρίζω. «Ich habe genung».

Ψυχή πεδινή έν΄άστρο γενού

κι έμπα βαθιά στου χειμώνα το μάτι.

 

Τσαλακωμένες Άλπεις τα σεντόνια

και πως να γείρω; «Ich habe genung».

Οι ελπίδες μου σε μια Φραγκογιαννού

και στ΄άρρυθμα της γρίπης τα τελώνια.

 

Των εντοσθίων κάθιδροι εργάτες,

τούνελ παλεύουν. «Ich habe genung».

Δειλές καμπάνες με τάξη αινούν,

Αυτόν που οργώνει βούρδουλα τις πλάτες.

 

Γυμνός στο παγωμένο μου κρεβάτι

Θα ξεψυχήσω. «Ich habe genung».

Γυρίζουν τα μερόνυχτα εις χουν,

σκεπάζοντας Φαρί και Αναβάτη.

 

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013


Αλλάξτε συζητήσεις

 
-Απ΄τη φωτιά τα κάστανα ποιος βγάζει;

Ποιος πρώτος θε να σύρει το χορό;

-Σε άλλη γειτονίτσα για Ζορό.

Τι Αλαμάνες τσαμπουνάτε; Γκάζι

 

και γειτονιά του Μετς κλωθογυρίζω.

Ενίοτε Πετράλωνα. Σκατά

στον κάθε τρελαμένο κερατά.

Με κάνετε βραδιάτικα και βρίζω.

 

Γλυκό κρασί, καπνός, γκομενιλίκι.

Με σάχλες που μου λέτε, τρώγω φρίκη.

 

-Το φάσγανο του Γέρου. Καριοφίλι

ποιος τάχα θα σηκώσει στον εχθρό;

-Γνωρίζω ένα μπαρ στον Ερυθρό

ταμάμ. Εκεί μαζεύονται οι φίλοι.

 

Μπιζέρισα. Αλλάξτε συζητήσεις.

Ευχάριστα αν έχετε καλώς.

Σας δείχνω τζάμπα-μάγκες για τρελός;

Τα νιάτα σου γιατί να χαραμίσεις;

 

Μια βότκα με μια φέτα πορτοκάλι

κι Αλβανικό να φτιάξει το κεφάλι.

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013


Δεν πρόκειται

 

Δεν πρόκειται να μπω σε λεπτομέρειες.

Σας φτάνει του προσώπου μου η πίκρα.

Ανέκαθεν ζητούσα κατωφέρειες…

Ήρθ΄ο καιρός. Τι χιόνι και τι ψύχρα;

 

Δεν θέλησα χαρές, φιλιά, ηδύποτα.

(Αγάπες και λουλούδια, πάντα ξένα).

Ταξίδι η ζωή μου προς το Τίποτα,

με σάρκινο αμάξι δίχως φρένα.

 

Μου στέλνει ο Κυνηγός συχνά μηνύματα.

Αδιάβαστα τα ρίχνω στο συρτάρι.

Για κάποιον που παλεύει με τα μνήματα,

Καισαριανή το Σύμπαν και Χαϊδάρι.

 

Δεν πρόκειται να μπω σε λεπτομέρειες.

Αφήστε με το δράμα μου να ζήσω.

Σα βράχος μες σε άδειες καφετέριες,

υπόλοιπο ποινής θε να εκτίσω.

 

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013


Ψιλικά

 
Φιλάσθενος σφυρίζοντας τον Άμωμο,

ακροβατώ στο σύρμα του χειμώνα.

Να ζεις η να μη ζεις σε κόσμο άχρωμο,

στο μάτι τ΄αλογίσο του αιώνα;

 

Κλειστή για με η θύρα του Παράδεισου.

Κουφός Θεός και που δυό μπαταρίες;

Κακομοιριά συνήθισα το χάδι σου,

τόσο καιρό στη γύρα με παρίες.

 

Βαριανασαίνω Πλάση ακατοίκητη,

τοπία και εικόνες της οδύνης.

Η δίψα για κρασί ακατανίκητη,

με σπρώχνει στα βουνά της καταισχύνης.

 

Το μέλλον διαγράφεται δυσοίωνο.

Αλί μου… ΨΙΛΙΚΑ στη Χαροκόπου.

Μην σκιάζεσαι Ψυχή τ΄αλυσοπρίονο

και δώσε μια κλωτσιά του Ξυλοκόπου.

 

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013


Χριστός Γεννάται

Βάλε φωτιά στα δάση που αγάπησες,

μυθιστορήματα, παλιά τραγούδια.

Έτσι κι αλλιώς τους όρκους όλους πάτησες

κι από τις μέρες άφησες τα φλούδια.

 

Τώρα που γέρνουνε τα ωραία πράγματα,

γλυκόπικρες κοιμίζουν σε ειδήσεις,

Όσα κι αν φέρνεις δώρα κι ανταλλάγματα,

τον γόρδιο δεσμό δεν θα τον λύσεις.

 

Οι Μάγοι προς τη θάλασσα κινήσανε.

(Ζωγραφιστό τ΄αστέρι, μάλλον χένα).

Σκραπ ο χρυσός κι οι τρεις ομολογήσανε

και Μόρες τα νησιά τα ονειρεμένα.

 

Παρασκευή Μεγάλη τα Χριστούγεννα,

Πρωτοχρονιά σαν Σταύρωση και Πάθος.

Ανατριχίλα φέρνουν τα μελλούμενα

κι οι Πολιτείες πάλλευκες σαν τάφος.

 

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013


Πρωτομηνιά


Μ΄ένα φτερό ξορκίζω τον Παράδεισο.

Στήνω αντίσκηνο στην Ουτοπία.

Σου το ΄χα πει, ποτάμια σαν τον Πάμισο,

θυμίζουν Γάγγη, Ράμα και ρουπία.

 

Τις Κυριακές στης Σπάρτης τα κτερίσματα,

γυρεύω ποσοστά αδρεναλίνης.

Η Δήμητρα, η Κόρη, τα μελίσματα

και πάνω τους καντάρια ναφθαλίνης.

 

Βάστα καρδιά των άστρων τα συντάγματα,

φόρτωσε ρεύμα, χάλασε την τάξη.

Αγκάλιασε ψυχρά και συ αγάλματα,

τα λόγια σου γαλβάνωσε με πράξεις.

 

Πρωτομηνιά τα κόκαλα δοκίμασα.

Χαμένος βγήκα, γύρισα την πλάτη.

Το έχει μου στις πόρνες ίσα μοίρασα

και μήνυσα να ΄ρθει του νεκροθάφτη.

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013


Οι Τρεις Αδελφές


Στάγδην βροχή. Μονάχος μιαν Ανάσταση,

κάτω απ΄της Σαλονίκης την ομπρέλα,

τον Τσέχωφ νοσταλγώ και την παράσταση,

που θα ταγίσει της καρδιάς τη βδέλλα.

 

Δέκα φορές σημάδεψα, ξαστόχησα

και άλλες τόσες μίσεψα στα δάση.

Του δικαστή  το τρίτο μάτι λόγχισα

σπέρμα Ζηνός, η φλόγα να περάσει.

 

Καμπάνες Κυριακές των εκτελέσεων,

πυροτεχνήματα, στεγνές ειδήσεις.

Η ώρα όπου να΄ναι των  αιρέσεων

και πως τους ουρανούς γυμνός να πείσεις;

 

Στάγδην βροχή. Μονάχος μιαν Ανάσταση,

τους φίλους καρτερώ. Δεν θα φανούνε…

Μπροστά σε μάντρα, χέρια στην ανάταση,

το <<πυρ>> απ΄τα μεγάφωνα θ΄ακούνε.