Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014


Σαν Έχεις Μάτια
 



Σαν έχεις μάτια βλέπεις τους νεκρούς,

να πίνουν χαμομήλι, να καπνίζουν.

Την κάτω γνάθο  άκου τους πως τρίζουν,

σκιάζοντας και τους δέκα τους  λεπρούς ;

 

Κοιτιέσαι στους καθρέφτες. Τι μ΄αυτό;

Ακόμα ένας κίβδηλος Προφήτης…

Έχει κι η τρέλα φευ την οροφή της,

ο Άδης λίτρα έλαιο καυτό.

 

Απ΄ τους εξώστες χάλκινες φωνές…

(Ξυπνήσανε νωρίς οι  Διψασμένοι).

Πρώτη βαδίζει πάντα η Ελένη,

απτόητη προς νέες ηδονές

 

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014


Βάστα Καρδιά



Βάστα καρδιά τη πτώση των χωμάτων,

το βάσιμο στις πέτρες απ΄το φτυάρι,

τον Χάμσουν στης Καλής το μαξιλάρι,

το βάθος και το πλάτος των τραυμάτων.

 

Βάστα καρδιά την έκθεση της Κόρης,

τη βέβηλη ανάσα του Σωτήρος,

του Δικαστή το φλέγμα και το κύρος,

τα Λόγια τα υγράλατα της πλώρης.

 

Βάστα καρδιά και πέσε στη παγίδα,

που σκάρωσε ο Κύκνος για τη Λήδα.

 

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014


Χειμωνιάτικη Κηδεία
 
Σα γείρω μπλαβιασμένος θα μιλήσουνε,
τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
κι αντίς στη κάσα μέσα να με φτύσουνε,
καφέ ρουφώντας στη μεγάλη σάλα,

Θ΄αλλάξουνε συζήτηση. ( Αλλοίμονο,
τον πρώτο οι βροτοί κατέχουν λόγο).
Κατόπιν ζωηροί στο καταχείμωνο,
Θα πιάσουν βελονιά ψιλή τον ψόγο.

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014


Φίλοι
 
Τα Σάββατα μαντρώνονται οι φίλοι,
να πιούν απ΄το σφουγγάρι διψασμένοι,
χολή και ξύδι. Κάποιος θα πεθαίνει,
κάποιος στραβό χαμόγελο στα χείλη.

Αισθήματα φυγόκεντρα, ξεφτέρια
που ράμφισαν νωρίς τον γερακάρη.
Αυλή ταβέρνας, νύχτα με φεγγάρι.
-Παράτα Νικολάκη τη μιζέρια.

Τα κάτοπτρα στον Άδη. Μουρμουράνε
για τρίτοξα γιοφύρια, για μπεντένια,
για χίμαιρες, αλώνια μαρμαρένια.
Τέλος, με οίνο άκρατο μεθάνε.

Και όλο ξεμακραίνουνε οι φίλοι.
(Τα Σάββατα δεν είναι πια τα ίδια).
Τους σέρνουν οι βδομάδες σα σαρίδια,
στο πράσινο απάνω τώρα μίλι.

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014


Ύστατο γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ

 
Σου στέλνω Καίσαρα τούτο το γράμμα,
σαν ύστατο αποχαιρετισμό.
Πριν από λίγο, έχασα τη ντάμα
κι ίσως θυμάσαι ΄κείνο το χρησμό,
που μου χε δώσει η γύφτισσα στη Δράμα.

Γεμίζουν προσευχές τα παρεκκλήσια.
Μεταλαβιά μοιράζουν μαστροποί.
Το δρόμο παίρνω με τα κυπαρίσσια
και πριν χαθώ στην πιο πικρή σιωπή,
τον χάρο πολεμώ παλικαρίσια.

Σα πλοίο φορτηγό πλέω τη Μάγχη,
με φοβερή φουρτούνα στο μυαλό,
ρότα να βρω παρόλη τη στηθάγχη,
μήπως και βγω κουτσά-στραβά γιαλό,
στη μοίρα μου γυρίζοντας τη ράχη.

Και εγώ που ξέρω Καίσαρ τι μας σώζει,
το στόμα θα κρατήσω σκοτεινό
και στο μπερντέ θα βγω του Καραγκιόζη,
για να κρατήσω ρόλο ταπεινό,
αυτό το ρόλο φίλε που μ΄αρμόζει.

Γράμμα Δελφικό στον κ. Νίκο Περδίκη

 

Αγαπημένε Φίλε και Πατέρα,

συχώρα της γραφής μου το φονιά.

Λησμόνησα τη μέρα, τη χρονιά,

το μήνα, μα κρατώ τη λαγουδέρα

 

στα χέρια μου σφικτά σαν να ναι κάτι

που θα χαρίσει βέβαιο χαμό.

-Μια μελωδία παίζουν του Rameau-.

Ποιος δρόμος ανοιχτός; Ποιο μονοπάτι;

 

Με Voltaren κοιμάται η Πυθία.

-Τη σφάζουν τελευταία οι γοφοί-.

Στ΄ΑΡΙΩΝ χαμηλών΄η οροφή

τόσο που καταντά παραμυθία.

 

Φάρους δεν έχει τούτος ο αιώνας,

μόνο ξεκοιλιασμένα θωρηκτά.

Των Ευμενίδων αίματα πηκτά,

αρδεύεται ο μέγας Ελαιώνας.

 

Γυμνοί έξω απ΄τη Θήβα Πακιστάνοι,

στη Κρύα βουρκωμένο το νερό.

Xρειάζεται κουμάντο σταθερό,

τη κάρα σα βατεύεις με τρυπάνι

 

Κολοκυθιά, δεν παίζουν με τις νότες

τις λυγμικές που ψάχνουν λυτρωμό,

σε πλαστικά με μέλανα ζωμό

ποτήρια… Τι σημαίνουν οι Ευρώτες,

 

ο Δαίμων θα μας πει της Μεσημβρίας.

Φθηνό το πρώτο χιόνι δεν αρκεί

να μας σκεπάσει… Πάντα εν σαρκί,

σ΄ασπάζομ΄Ακριβέ, πλήρης υγείας.

 

Μια Πασχαλιά στη Κόλαση

 

Τα καλεντάρια ύσσωπο μυρίζουν

και φλιτ από σαλόνια πληκτικά.

Μορφές αγαπημένων τριγυρίζουν,

με βρώμικα στους δρόμους νυχτικά.

 

Μαζί κι εγώ ως σκύμνος πληγιασμένος,

που στέκει στο κατώφλι μιας παλιάς

αγάπης, ενστερνίζομαι το μένος

προφήτη. Μεσημέρι Πασχαλιάς,

 

γλυκά στους ποινικούς θε να δοθούνε

και σέρτικα τσιγάρα. Σιχασιά

γι΄αυτούς που με τα colt περιπολούνε,

στης Κόλασης εδώ την εμπασιά.