Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014


Ελπίδα


Μ΄ένα καφέ ξορκίζω τον Μορφέα,

πριν ξανοιχτώ στων τρόμων το στρατί.

Μια μελωδία, (μάλλον του Σατί)

και να εμπρός μου τ΄άρρητου η μαία,

 

με χέρια μες στο αίμα να μου γνέφει,

πως πάντα η ελπίδα η σαλή,

Θ΄απλώνει τ΄Αλαδίνου το χαλί,

για να βαδίζω σίγουρα στα νέφη.

 

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014


Η Επιστροφή

 

Δυσσέας με αλτσχάιμερ σφυρίζω,

στης πρώτης μου αγάπης το πορτί.

Κουστούμι και γραβάτα ασορτί.

(Τον εαυτό μου τσίλικα φροντίζω).

 

Καλή την κράζαν; Στάσα; Πηνελόπη;

Αλί μου δεν μπορώ να θυμηθώ.

Απ΄το κατάρτι βόηθα να λυθώ,

κυρ- Ποσειδώνα τι σε κάνω τόπι.

 

Μιαν εποχή ξηγιόμουνα φυστίκι.

(Ρωτήστε τον Σκαμάνδριο για αυτά).

Μα ξάφνου με γραπώνει απ΄τ΄ απαυτά,

η μούρλια και μου έρχεται μια φρίκη.

 

Οι μάχες τελειωμένες. Στα καράβια

συντρόφια μου γαλές και ποντικοί.

Γυμνός και πουθενά μία συκή,

νερό να βράζει μόνο στα κακάβια.

 

Σαν τι να κάνω; Ήτανε κι οι τύψεις.

Χιλιάδες είχα σφάξει στο φτερό.

Κεφάλι αρβανίτικο, ξερό.

Ο ρόλος, πολλαπλές ζητούσε λήψεις.

 

Το έπιασα απ΄τη μια κι από την άλλη.

Την είδα «θολωμένο μου μυαλό».

Καλύτερα θνητός στον αιγιαλό,

ξεκούτης να προσμένω το Μιχάλη,

 

παρά σα πελαγίσος με τη πίπα,

σκυφτός πάνω σε χάρτες ναυτικούς.

Για Λάτσηδες και για Περατικούς

αυτά. Υπάρχει εντός μου ΄κόμα τσίπα.

 

Τι ψέμα δα και τούτο της Ιθάκης.

Ποτές δε ματαγύρισα εκεί.

Την έκανα σαν όλους τουμπεκί

και άνοιξα μανάβικο: Ο ΣΑΚΗΣ.

 

Γυναίκα βρήκα όμορφη σπαθάτη.

(Μου θύμιζε την άλλη που και που).

Την είχα εκπαιδεύσει αλεπού,

να βάζει με τη ρέγουλα τ΄ αλάτι.

 

Τηλέμαχο δεν είπα το παιδί μου.

Το έγραψα Θανάση. Πιο καλά.

Σας ερωτώ λοιπόν: Σαν ποιόν χαλά

η λέρα στο πανένδοξο βρακί μου;

 

Χριστούγεννα, Λαμπρή στην Εκκλησία.

Τους φόρους μετρητοίς ανελλιπώς.

Τύπος υπήρξα και υπογραμμός.

Δεν άφηνα θυσία για θυσία.

 

Σε σύμπαντα παράλληλα. Τις πταίει;

Δεν ρώτησα… Το βούλωσα γερά.

Ορθά το τραγουδάκι: «Κε σερά

σερά» Βιολί που μες στη νύχτα κλαίει.

 

Ολάκερη ζωή στη κοροϊδία.

Τα ίδια κάνουν όλοι στα κρυφά.

Πετράκη που σε λέγαν και Κηφά

«Να παριστάνεις πάψε την αγία».

 

Δυσσέας με αλτσχάιμερ και όγκο

στο ήπαρ. Το κουδούνι της χτυπώ.

Αρθούρε μου και άγιε -Ρεμπώ…

Μ΄ανοίγει μια σκατόγρια με βόγκο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014


Θάνατος «του Τυφλού»


Με γέννησε το φως. Ταχιά ορφάνεψα.

Δεν ήτανε για με τα μεσημέρια.

Επίχρισμα του Κήπου κόποις μάζεψα,

προτού σταθώ αλέκτωρ στα μαδέρια.

 

Εργάτης με την ώρα. Πως κουράστηκα,

να γράφω για τον γύψο του θανάτου;

Πιο δυνατή με πρόλαβε η σβάστικα,

χαντούμη στα πεδία του Αναλάτου.

 

Ο Πλάτων μια σκιά στο νεκροκρέβατο.

(Θα μπούνε οι Κλητήρες οσονούπω).

Βάστα καρδιά, γραφτό ήταν και θέσφατο,

ν΄ακούσεις «του Τυφλού» το μέγα γδούπο.

 

Με γέννησε το φως. Το φως με σκότωσε.

Στον τάφο μου γυμνός πλευρό αλλάζω.

Δοξολογώ τη Μήτρα που μ΄έξόντωσε

και μ΄έστειλε το χώμα να σπουδάζω.

 

 

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014


Κραυγάζει


Κραυγάζει: «Θέλω πάλι να σιωπήσω.

Ντροπή έναν νεκρό να σεργιανάς

στις ρούγες. Δεν γεμίζει ο κορβανάς,

από στιχάκια που σε πάνε πίσω.

 

Στο στήθος σου υπάρχω κι όμως ξένος.

Αλήθεια, που σε ξέρω παλαβέ;

Το τίμημα σε κέρματα λαβέ.

Εγώ γεννήθηκα και ζω παρθένος».

 

Τη πένα παρατώ. Παίρνω τους δρόμους.

Ξανά στα κοιμητήρια, στους σταθμούς,

βαγένια να γεμίσω με κλαυθμούς,

που θα μολύνουν κάποτε τους Νόμους.

 

Κραυγάζει: «Μεταξύ μας, γράψε τέλος.

Το τσάμπα μια φορά κι ένα καιρό.

Τσερβέλο κουμαντάριζες ξερό.

Για δράμα κίνησες… Σε λούζει γέλως».

 

 

 

 

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014


Διάλειμμα Ολίγων Ωρών

 

Φεγγάρια με χτικιάσανε. Δεν μένει,

παρά μια έκπτωση σχεδόν καθημερνή.

Ενδεδυμένος τη στολή τη θερινή,

Θα σκύψω για να ιδώ αν ανασαίνει,

 

το στήθος της πικρής Αγαπημένης.

(Οι φίλοι κρένουν πως τηράω μια νεκρή).

Αχ, ας ξημέρωνε η μέρα η τεφρή…

Το στίχο απαρατώ. Πάγω για τένις.

 

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014


Τα Βόδια

 
Σφάξαμε τα βόδια λιμασμένοι

και ταχιά σαλπάραμε για σπίτι.

Βάλαμε τις σφήνες και τον σύρτη,

στο καρφί κρεμάσαμε τη χλαίνη.

 

Ψέματα στο δούλο, στη κυρά μας,

τάχα πως κοπιάσαμε χορτάτοι.

Μας σακουλευτήκαν απ΄το μάτι

κι απ΄τα μαύρα γαίματα της κάμας.

 

Σφάξαμε τα βόδια μα οι σχάρες

άδειες πάντα πιάνουνε τον τόπο.

(Τελικά δεν άξιζε τον κόπο).

Κρίμα τα λαγούτα κι οι κιθάρες.

 

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014


Στων Στύρων τα γρασίδια
 


Τα σώματα γυμνάζαμε στις θλίψεις,

στον άσχημο καιρό, στη καταφρόνια.

Τις νύχτες του Σεφέρη τα τριζόνια,

μας μάθαιναν να ζούμε με ελλείψεις.

 

Χορτάσαμε λιβάνι νοτισμένο.

(Στα δάχτυλα μας κόλλαγε σα τσίχλα).

Μπροστά σε δυο εταίρες και μια Στρίγγλα,

δώσαμε όρκο τον νενομισμένο.

 

Μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια

και γέννησαν αυγά με την αράδα,

το ρίξαμε στο πιόμα, στη  λιακάδα,

ανέμελοι στων Στύρων τα γρασίδια.