Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014


Στα Ψηλά Βουνά

 
Ένα βιολί πυροβολεί αυτιά και μάτια.

Κακό αγέρι ταξιδεύει το σκαρί.

Των στοχασμών μου το πυρότριχο φαρί,

γιατρειά θα βρει στα χειμαδιά και στα ελάτια.

 

Εκεί φρουρός με συντροφιά κακές ανάσες.

(Τα μεσημέρια καθώς πρέπει σκοτεινά).

Ζαχαροκάντιο διαμονή στα ορεινά,

κάτω απ΄το δέντρο το μεγάλο με τις κάσες.

 

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014


Το Ζεϊμπέκικο του Ιερόσυλου
 

Δυο χούφτες στάχτη μερτικό απ΄τη ζωή,

λίγος καπνός κι αναλαμπές κρεματορίου.

Στριγγλίζουν φρένα βραδινού λεωφορείου

κι εγώ με ρόγχο, μειωμένη ακοή,

 

απάνω στη διπλή γραμμή των ασεβών,

ψάχνω τ΄ακοίμητο κεράκι, την εικόνα

του Παντοκράτορος, τη Παναγιά Γοργόνα.

Ιδού τα όπλα, κηροσβέστης κι ασετόν.

 

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014


Το τελευταίο βαλσάκι

 
Δεν θέλω να μιλώ για τα παλιά.

Τη σακοράφα, χείλια μου να ράψω.

(Θα βρέχει φονικό τη Πασχαλιά).

Αβγά λοιπόν μιας χίμαιρας ας βάψω,

 

προτού σταθεί του Γιούδα η μορφή,

απάνω στα γυαλιά των παραθύρων.

Πάει καιρός που μόνη μου τροφή,

μέλας ζωμός με τρίματα ονείρων.

 

Μεσάνυχτα. Το Σύμπαν απεργεί,

δυσοίωνο, τραυλό, ξεχειλωμένο.

Συντρόφια μου η Ώζε κι ο Πέερ Γκύντ,

στης νιότης το τσαρδί το στοιχειωμένο.

 

Η άνοιξη πικρότατη ελιά,

μου μούδιασε το στόμα. Πώς να κρίνω

αν με βαστάξει πάνω η θηλιά;

Τα μάτια ακουμπώ στο κομοδίνο.

 

 

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014


Ελπίδα


Μ΄ένα καφέ ξορκίζω τον Μορφέα,

πριν ξανοιχτώ στων τρόμων το στρατί.

Μια μελωδία, (μάλλον του Σατί)

και να εμπρός μου τ΄άρρητου η μαία,

 

με χέρια μες στο αίμα να μου γνέφει,

πως πάντα η ελπίδα η σαλή,

Θ΄απλώνει τ΄Αλαδίνου το χαλί,

για να βαδίζω σίγουρα στα νέφη.

 

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014


Η Επιστροφή

 

Δυσσέας με αλτσχάιμερ σφυρίζω,

στης πρώτης μου αγάπης το πορτί.

Κουστούμι και γραβάτα ασορτί.

(Τον εαυτό μου τσίλικα φροντίζω).

 

Καλή την κράζαν; Στάσα; Πηνελόπη;

Αλί μου δεν μπορώ να θυμηθώ.

Απ΄το κατάρτι βόηθα να λυθώ,

κυρ- Ποσειδώνα τι σε κάνω τόπι.

 

Μιαν εποχή ξηγιόμουνα φυστίκι.

(Ρωτήστε τον Σκαμάνδριο για αυτά).

Μα ξάφνου με γραπώνει απ΄τ΄ απαυτά,

η μούρλια και μου έρχεται μια φρίκη.

 

Οι μάχες τελειωμένες. Στα καράβια

συντρόφια μου γαλές και ποντικοί.

Γυμνός και πουθενά μία συκή,

νερό να βράζει μόνο στα κακάβια.

 

Σαν τι να κάνω; Ήτανε κι οι τύψεις.

Χιλιάδες είχα σφάξει στο φτερό.

Κεφάλι αρβανίτικο, ξερό.

Ο ρόλος, πολλαπλές ζητούσε λήψεις.

 

Το έπιασα απ΄τη μια κι από την άλλη.

Την είδα «θολωμένο μου μυαλό».

Καλύτερα θνητός στον αιγιαλό,

ξεκούτης να προσμένω το Μιχάλη,

 

παρά σα πελαγίσος με τη πίπα,

σκυφτός πάνω σε χάρτες ναυτικούς.

Για Λάτσηδες και για Περατικούς

αυτά. Υπάρχει εντός μου ΄κόμα τσίπα.

 

Τι ψέμα δα και τούτο της Ιθάκης.

Ποτές δε ματαγύρισα εκεί.

Την έκανα σαν όλους τουμπεκί

και άνοιξα μανάβικο: Ο ΣΑΚΗΣ.

 

Γυναίκα βρήκα όμορφη σπαθάτη.

(Μου θύμιζε την άλλη που και που).

Την είχα εκπαιδεύσει αλεπού,

να βάζει με τη ρέγουλα τ΄ αλάτι.

 

Τηλέμαχο δεν είπα το παιδί μου.

Το έγραψα Θανάση. Πιο καλά.

Σας ερωτώ λοιπόν: Σαν ποιόν χαλά

η λέρα στο πανένδοξο βρακί μου;

 

Χριστούγεννα, Λαμπρή στην Εκκλησία.

Τους φόρους μετρητοίς ανελλιπώς.

Τύπος υπήρξα και υπογραμμός.

Δεν άφηνα θυσία για θυσία.

 

Σε σύμπαντα παράλληλα. Τις πταίει;

Δεν ρώτησα… Το βούλωσα γερά.

Ορθά το τραγουδάκι: «Κε σερά

σερά» Βιολί που μες στη νύχτα κλαίει.

 

Ολάκερη ζωή στη κοροϊδία.

Τα ίδια κάνουν όλοι στα κρυφά.

Πετράκη που σε λέγαν και Κηφά

«Να παριστάνεις πάψε την αγία».

 

Δυσσέας με αλτσχάιμερ και όγκο

στο ήπαρ. Το κουδούνι της χτυπώ.

Αρθούρε μου και άγιε -Ρεμπώ…

Μ΄ανοίγει μια σκατόγρια με βόγκο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014


Θάνατος «του Τυφλού»


Με γέννησε το φως. Ταχιά ορφάνεψα.

Δεν ήτανε για με τα μεσημέρια.

Επίχρισμα του Κήπου κόποις μάζεψα,

προτού σταθώ αλέκτωρ στα μαδέρια.

 

Εργάτης με την ώρα. Πως κουράστηκα,

να γράφω για τον γύψο του θανάτου;

Πιο δυνατή με πρόλαβε η σβάστικα,

χαντούμη στα πεδία του Αναλάτου.

 

Ο Πλάτων μια σκιά στο νεκροκρέβατο.

(Θα μπούνε οι Κλητήρες οσονούπω).

Βάστα καρδιά, γραφτό ήταν και θέσφατο,

ν΄ακούσεις «του Τυφλού» το μέγα γδούπο.

 

Με γέννησε το φως. Το φως με σκότωσε.

Στον τάφο μου γυμνός πλευρό αλλάζω.

Δοξολογώ τη Μήτρα που μ΄έξόντωσε

και μ΄έστειλε το χώμα να σπουδάζω.

 

 

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014


Κραυγάζει


Κραυγάζει: «Θέλω πάλι να σιωπήσω.

Ντροπή έναν νεκρό να σεργιανάς

στις ρούγες. Δεν γεμίζει ο κορβανάς,

από στιχάκια που σε πάνε πίσω.

 

Στο στήθος σου υπάρχω κι όμως ξένος.

Αλήθεια, που σε ξέρω παλαβέ;

Το τίμημα σε κέρματα λαβέ.

Εγώ γεννήθηκα και ζω παρθένος».

 

Τη πένα παρατώ. Παίρνω τους δρόμους.

Ξανά στα κοιμητήρια, στους σταθμούς,

βαγένια να γεμίσω με κλαυθμούς,

που θα μολύνουν κάποτε τους Νόμους.

 

Κραυγάζει: «Μεταξύ μας, γράψε τέλος.

Το τσάμπα μια φορά κι ένα καιρό.

Τσερβέλο κουμαντάριζες ξερό.

Για δράμα κίνησες… Σε λούζει γέλως».