Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014


Ο Χριστός σταμάτησε στο Περιστέρι

 
Αργύρια τριάκοντα κατάτι.

Βάλτε και πέντε μεταφορικά.

Για πράγματα μιλάμε επικά,

μέσα στων επιγείων την απάτη.

 

Δεν σας χρεώνω Δάσκαλο και τέτοια…

Μονάχα Εφορία και ταξά.

Να μείνει κατιτίς για μι΄αλλαξά

και για της γυναικός τα μερεμέτια.

 

Το χρήμα Μάγκες θέλω μετρητοίς.

(Καμιά σε ιερείς εμπιστοσύνη).

Με ρίχνετε τον δόλιο σε μια δίνη

και το παιδί στην Άρτα φοιτητής.

 

Αργύρια τριάκοντα στο χέρι

και στ΄Άλσος ραντεβού στο Περιστέρι.

Οίκος Ευγηρίας

 
 
Ένα νησί κατάσπαρτο αισθήματα,

βουλιάζει στα στενά της αρτηρίας.

Βραχνά θα τραγουδώ: «Πέσατε θύματα

αδέλφια εσείς», σε οίκο ευγηρίας.

 

Το παρελθόν θα μοιάζει με χορεύτρια,

που σπάζοντας τα πόδια της στον  πάγο,

βρήκε μια στέγη κάπου στην Ερέτρια

και στα νερά της Εύβοιας τον Τάγο.

 

Της προσευχής το κίβδηλο το νόμισμα,

πως να ξοφλήσει πνεύμα τοκογλύφου;

Στων Αχαιών λικνίζομαι το πόλισμα,

με συριγμούς και ήθος αναγλύφου.

 

Γερτός θα πω του Άμλετ το φληνάφημα,

κρατώντας αντίς καύκαλο πιστόλι.

Βαρύ του βίου στάθηκε το άθλημα

κι ένας μπερντές το Σύμπαν στην ασβόλη.

 

 

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014


Του Φίλου

 
Ο Φίλος στάχτες γένηκε. Ολονυχτίς το χιόνι,

ξεπάτωνε με το σπαθί τους κήπους της αγάπης.

Περίμενα πειθήνια. Σαν έφτασ΄ο Χασάπης,

τη θαλπωρή παράτησα και βγήκα στο μπαλκόνι.

 

Ο Φίλος στάχτες γένηκε την ώρα του Αποδείπνου.

(Θα ΄χουν σκορπίσει ως την αυγή στους πόλους δίχως άλλο).

Μπαϊλντισμένος κει ψηλά στερνό σαλεύω μπάλο,

την λεπιδιά προσμένοντας του Κοεμτζή του Ύπνου.

 

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014


Ο Κομπάρσος



Τα όνειρα μου στρίμωξα στο γιούκο

και πήρα το στρατί των αφανών.

Αχ Κάρμεν, Νόρμα, Τζίλντα και Μανόν,

μ΄αφήσατε μονάχο σαν το κούκο,

 

σε θέατρο σκιών στην Αλιστράτη,

μια νύχτα που θρηνούσε ο Θρακιάς.

Ληστές τα χρόνια χάριν παιδιάς,

με το πιρούνι μου ΄χυσαν το μάτι.

 

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014


Στα Ψηλά Βουνά

 
Ένα βιολί πυροβολεί αυτιά και μάτια.

Κακό αγέρι ταξιδεύει το σκαρί.

Των στοχασμών μου το πυρότριχο φαρί,

γιατρειά θα βρει στα χειμαδιά και στα ελάτια.

 

Εκεί φρουρός με συντροφιά κακές ανάσες.

(Τα μεσημέρια καθώς πρέπει σκοτεινά).

Ζαχαροκάντιο διαμονή στα ορεινά,

κάτω απ΄το δέντρο το μεγάλο με τις κάσες.

 

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014


Το Ζεϊμπέκικο του Ιερόσυλου
 

Δυο χούφτες στάχτη μερτικό απ΄τη ζωή,

λίγος καπνός κι αναλαμπές κρεματορίου.

Στριγγλίζουν φρένα βραδινού λεωφορείου

κι εγώ με ρόγχο, μειωμένη ακοή,

 

απάνω στη διπλή γραμμή των ασεβών,

ψάχνω τ΄ακοίμητο κεράκι, την εικόνα

του Παντοκράτορος, τη Παναγιά Γοργόνα.

Ιδού τα όπλα, κηροσβέστης κι ασετόν.

 

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014


Το τελευταίο βαλσάκι

 
Δεν θέλω να μιλώ για τα παλιά.

Τη σακοράφα, χείλια μου να ράψω.

(Θα βρέχει φονικό τη Πασχαλιά).

Αβγά λοιπόν μιας χίμαιρας ας βάψω,

 

προτού σταθεί του Γιούδα η μορφή,

απάνω στα γυαλιά των παραθύρων.

Πάει καιρός που μόνη μου τροφή,

μέλας ζωμός με τρίματα ονείρων.

 

Μεσάνυχτα. Το Σύμπαν απεργεί,

δυσοίωνο, τραυλό, ξεχειλωμένο.

Συντρόφια μου η Ώζε κι ο Πέερ Γκύντ,

στης νιότης το τσαρδί το στοιχειωμένο.

 

Η άνοιξη πικρότατη ελιά,

μου μούδιασε το στόμα. Πώς να κρίνω

αν με βαστάξει πάνω η θηλιά;

Τα μάτια ακουμπώ στο κομοδίνο.