Τετάρτη 16 Απριλίου 2014


Για να τελειώνουμε επιτέλους με τη Ποίηση

 
Αγόραζα με δόσεις τα καρφιά.

(Συνήθως χαμηλά στην Ιπποκράτους).

Κρατήθηκα εκάς από μελάτους.

Ανέκαθεν στουμπώνανε αυτιά.

 

Στα πόδια μου ο σκύλος της σιωπής,

ακόνιζε το δόντι με τη λίμα.

Κουτσή μ΄επισκεπτότανε η ρίμα:

«Πως γράφεις πουθενά να μην το πεις».

 

Αγόραζα πορφύρα μετρητοίς.

(Ο Ποιητής γουστάρει ρεζιλίκι).

Πιο πίσω δοκησίσοφοι και λύκοι:

«Θα μείνεις ως το γήρας μαθητής».

 

Πολύ σωστά. Βαρέθηκα νωρίς.

Παιχνίδι με τη Μούσα πια δεν λέει.

Πυρέσσουσα η Κτίση καταρρέει.

Όρντινο δότε νά ΄ρθουν οι Εκδορείς!

 

Τρίτη 15 Απριλίου 2014


Lacrimosa
 
Tα κίβδηλα ενώτια μιας θλίψης,

φορώ και μπαινοβγαίνω στους αιώνες.

Δεν πίστεψα σε νόρμες, σε κανόνες.

Τα σάβανα πως γίνεται να κρύψεις;

 

Απρίλη μόνο ζύγιασα τη σάρκα,

απάνω απ΄το ληνό της αμαρτίας.

Δεν ήμουν του Ηλί-Ηλί ο Ηλίας,

ένας νεκρός μονάχα μες στη βάρκα

 

που βγήκε για καντάδα μεσονύχτι,

με μια καταξεκούρδιστη κιθάρα.

Κάμε Χριστέ νισάφι. Πάλι μπάρα,

για με τον ταπεινό Oυρανολείκτη;

 

Οι σάρες με προδώσαν. Ποιος Σωτήρας;

Μεγάλη Πέμπτη χύνεται σα σφαίρα,

προτείνοντας ακάνθινη μια βέρα.

Φρονώ πως αναπόφευκτο το γήρας.

 

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014


Μεγαλοβδόμαδο

 
Μεγαλοβδόμαδο θα βγω με το κασκέτο,

τη παγωνιά των Ουρανών ν΄αντιπαλέψω.

Απ΄του Χριστού το γλίσχρο βιός τι να διαλέξω;

Στεφάνι ακάνθινο; Καρφί; Ανθί στο πέτο,

 

το νου στον Έλληνα και στη παλιά Πατρίδα.

(Ναοί, Παλαίστρες, Αγορές  με καρτεράνε).

Παραμυθίες Βιβλικές δεν μ΄ακουμπάνε.

Χρυσή στο τάφο μέσα φέρω προσωπίδα.

 

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014


Ποιητική Δυστοκία
 
Στ΄αστέρι του πρωϊού γω δεν πιστεύω.

(Ένα χωράφι στέρφο μοναχά).

Μοτοσακό η σάρξ αγκομαχά,

το πνεύμα με προστάζει ν΄ αποκρεύω.

 

Απόδειπνο. Σκοτάδια με τυλίγουν

δυσοίωνα. Φασκιές Βυρωνικές,

μου χάρισαν στιγμές ηδονικές,

μα τώρα με στιχάκια μ΄αποπνίγουν.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014


Τα χρόνια με τη Φόνη

 
Αγόραζα κρομμύδια στους Φιλίππους

κι οκάδες μέλι ανθέων στις Αιγές.

Απάνω μου δεινές αστροφεγγιές,

τα πόδια μου νια λιόδεντρα σε κήπους.

 
Ο Θάνατος ταξίδευε με τρένο.

(Η Τρίτη Θέση έμενε κενή).

Μια Κόλαση με πρόσμενε στενή,

σαν απαντούσα κάποτε τον Ξένο.

 
Αγόραζα στην Όλυνθο παστέλι,

στην Άκανθο γιαούρτι και τυρί.

Το πάγαινα μαθές φυρί- φυρί,

να κρεμαστώ ατός μου απ΄το τσιγκέλι.

 
Και να που με τα χέρια σταυρωμένα,

σε όρυγμα σιτίζομαι βαθύ.

(Του μέλλοντος το γκελ έχει χαθεί).

Μια Φόνη μαγειρεύει πια για μένα.

 

Τρίτη 8 Απριλίου 2014


Στα γκολπόστ
 

Στη Πνύκα χορδιστές και μασκοφόροι,

μια Κυριακή τρελής Αποκριάς.

Απάνω μου η λάμια της σκιάς,

βραχνολαλεί πως κάποτες αγόρι


ανάσαινα, -ψυχή ζαβλακωμένη-,

από χρησμούς κι αντάρα ιππικού.

Τι αστοχία Θεέ μου υλικού;

Τι μήτρα με χωρούσε αφιονισμένη;

 
Βαστώντας το ραβδί του Οδυσσέα,

της νύστας δεν ορίζω τις στροφές.

Ιχώρ και βλέννα στάζουν οι οροφές,

πριν με προγκήξουν κνώδαλα στη Ζέα.

 
Κι ένα ξημέρωμα φρικτό στο «πέντε είδον»

με σάρκα να σαρκάζει τους καιρούς,

εγώ από τους λίγους τυχερούς,

που θα γευτούν τα γκολ των Ευμενίδων.

 

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Ερωτική Επιστολή


Στου Νεκροθάφτη το κηπί θ΄ανταμωθούμε,

Παρασκευή Μεγάλη,

μ΄έναν ίλιγγο

να μας τσιγκλά τα σπλάχνα.

Παλιοθήλυκο!

Τότες, άδειο θα ψάχνεις τάφο να χωθούμε.

 
Θα ναι μαθές πολύ αργά… 

Ιδού η Ρόδος

και πάψε να γκρινιάζεις «μη» και «ήμαρτον».

Λίγη φόρα. Τον λάκκο βουρ και πήδα τον,

ω Εσμεράλδα!

Θάρσει μπρε!

 
Κουασιμόδος