Τρίτη 19 Αυγούστου 2014


Προς Ποιητοδιώκτας Συμβουλευτικός
 
Τον Ποιητή μαντρώστε σε κοτέτσι.
Τα λόγια του θολά και μεθυσμένα,
χαράζουν το γυαλί. Απωθημένα
που ΄χει ο πούστης…Ποτίστε τον στουπέτσι

και δέστε τον απάνω στο κρεβάτι.
Μολύβια προς Θεού μην και του δώστε.
Σαν θέλετε καρντάσια να τον σώστε,
σκορπίστε στ΄Ελικώνιο μονοπάτι,

σκατά, τριβόλια και σποδό Ηλείων.
Βοηθάνε συν τοις άλλοις γκομενάκια,
μπύρες, φοντάν, με σις κεμπάπ σουβλάκια,
σκυλάδικα και μπαρ των παραλίων.

Τον Ποιητή τον λάπακα στη χάψη.
Τρελογιατρούς λαδώστε να τον γιάνουν.
Κι αν τύχει κι από λάθος τον πεθάνουν,
δωρεάν η Πολιτεία θα τον θάψει.

 

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014


Θανάτω θάνατον

 Κοιμήσου εν ειρήνη. Αλισάχνη
στον Άτλαντα θα κάνει κατοχή.
Η μαύρη σου καρδιά προς τη βροχή,
μια προσευχή γκρινιάζει: «Πάλι πάχνη,

πάλι των υπογείων η σαγήνη».
Πριν γεννηθείς η μοίρα σου αυτή.
Ποιος στέκεται τρελός να δικαστεί,
βαστώντας το βαρύτιμο λαγήνι;

Κοιμήσου εν ειρήνη. Ο λιμένας,
συντεταγμένες κρύβει μυθικές.
(Ανάθεμα διπλό στις ηθικές).
Αρκεί ο Ελικώνιος υμένας,

να προφυλάττει σχήματα και έπη,
δυσάρεστα μα τόσο τρυφερά
στη γύμνια τους. Τιμόνι σταθερά,
για του Λωτρεαμόν τη τρύπια σκέπη.

 

Σάββατο 16 Αυγούστου 2014


Η Φυγή

Της ψυχής οι καθρέφτες σπασμένοι,
σε πορεία με φέρνουν θανάτου.
Την αυδή σα γρικώ του Πιλάτου
«ΣΥΜΦΟΡΑ» και τα χέρια να πλένει,

πανικός μου μαργώνει τα μέλη,
η καρδιά τρελαμένο ταμπούρλο.
Ο Χορός μ΄ονομάτισε μούλο,
Αττικό τενεκέ και τεμπέλη,

για εγώ έχω χάσει το μέτρο;
Κυνικά νοσταλγώ  μεσημέρια
με μια μπύρα χαμαί στα παρτέρια.
Χαιρετίσματα δότε τω Πέτρω

και σ΄αυτούς που το ρίξαν στον ύπνο.
Την αυγή χαρτοκλέφτης θα φύγω.
Οι οκνοί ξεκινούν πάντα τρύγο,
με τον νου στο επόμενο Δείπνο.

 

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014


Με τον κ.Ν.Περδίκη Δικηγόρο Αθηνών στο μπαλκόνι
Τσιγγάνες στη Φειδίου και στη Μάρνης.
(Ο θάνατος μυρίζει Βενετία).
Τι τα γυρεύεις Νίκο; Εφετεία,
θε να προστάξουν πότε να πεθάνεις.

Οι πίνακες γερτοί. Μες στο γραφείο,
κεφάλι παίρνει πάλι η αταξία.
«Δεν με πειράζει» λες «η απραξία,
μα το ρηχό ταφί». Έρχεται κρύο,

χρονιές μες στην ομίχλη και στον πάγο.
Ρεμέντι των «Μοιραίων» η ταβέρνα.
Ο κόσμος τώρα γένηκε κιστέρνα,
κιστέρνα που θαρρέψαμε για Τάγο.

Νταγιάντα και σε λίγο ξημερώνει.
Τα μάτια σου βουνίσιες δυο βρυσούλες.
Πως ζήσαμε σαν του Ζενέ τις «Δούλες»,
χαζεύοντας το «TAF» απ΄το μπαλκόνι;

 

Όνειρο Καλοκαιριάτικης Νύχτας

Στου χρόνου παρασύρομαι τις δίνες.
Χριστούγεννα λοιπόν στης Ιοκάστης.
Απ΄το μπαλκόνι σπορ ο Ξυλοθραύστης,
ντυμένος το λινό με τις λειχήνες.

Βροχή και των γονέων. Τρεις ομπρέλες.
(Οι Μάγοι στα ριζά της Βουλιαγμένης).
Γεννήθηκες σαν χτες σαν χτες πεθαίνεις,
με τη καρδιά ταγμένη στις Βρυξέλλες.

Στων Νάνων τα στενά θολή ρετσίνα,
ζαλίζει τα θεριά της Εσπερίας.
Το άλογο το ξύλινο της Τροίας:
«Αλλοίμονο, κάγώ από την Κίνα».

Ξυπνώ κι είναι ακόμη καλοκαίρι.
Ο τζίτζικας πιστός στο μεσονύχτι,
σαν πετονιά μπλεγμένη και σα δίχτυ,
τραβά με ζωγρησμένο απ΄το χέρι.

 

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014


Ο Δαίμων της Μεσημβρίας
 
Της Μεσημβρίας Δαίμονα φιλέκδικε,
το λέσι μου λαβέ και περιπάτει.
Άδης για πρώτο πιάτο με ορέχτηκε,
βάλε κι από μεριά σου λίγο πλάτη.

Γι΄ ανάκτορα δεν ήμουν και για μέγαρα.
Τσαρδί μου μια σπηλιά στη Σαρωνίδα.
Την έβγαζα φτωχά με μισοφέγγαρα
και κάποια τραβεστί τ΄όνομα Λήδα.

Στης Αγοράς το σάλαγο δυσκοίλιος.
(Ο Κρίτωνας μαλάκας απ΄τους πρώτους).
Με γύρευε προάλλες ο Βιργίλιος,
για δείπνο με σπαράγγια και πλευρώτους.

Το χούι μου ο λωλός… Στιχάκια πρόχειρα.
Νοήματα; Γατάκια πατημένα.
Τέτοιας λογής κακότεχνα εργόχειρα,
με ρίξανε στη χλεύη και στα γκρέμνα.

Μα κρίσες του κοσμάκη δεν με σκιάζουνε.
Το τούβλο του ο καθείς, εγώ χαλίκι.
Τα έργα των Ανθρώπων τσίγκος μοιάζουνε
και τα χει ο Δίας πρόχειρο καθίκι.

Της Μεσημβρίας Δαίμονα λυκόσχημε,
άσε με στη σκιά σου να βαδίσω.
Στων Ποιητών τη φάρα λάθρα πρόσκειμαι,
μα φτάνει αυτό γερά να καθαρίσω.

 

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014


Η Επίσκεψη του Κρίτωνα
 
Ειρηνικά τα τέλη κι αψεγάδιαστα,
Ηρακλειδών, μια Τρίτη του Απρίλη,
με τ΄ «Άπαντα» των Τύψεων αδιάβαστα
και με στραβό χαμόγελο στα χείλη.

Του Στάλιν τα καμένα σταροχώραφα,
θα μαρτυρούν το μέγεθος της ήττας.
Εντάλματα και κλήσεις και χρεόγραφα
και άλικο μιας άραφης εσθήτας,

μες στο κελί που λέγουν Βυσσινόκηπο,
μες στην ειρκτή τη πρώτη των θαυμάτων.
Εσύ ένα χωρίο στον Ιώσηπο,
παράγραφος εγώ στο «Άσμα Ασμάτων».

Χαίρε καλέ! Γουλιά-γουλιά το κώνειο,
απ΄ το πλεχτό χαζεύοντας τη θέα
των γερανών να σκέπουν «Πανιώνιο»,
ως τον σταθμό του ΗΣΑΠ στην Καλλιθέα.