Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014


As time goes by

Ποστάλι σκουριασμένο τ΄άγιο σώμα της,
βαθιά σε κάποια θάλασσα του Νότου.
Μιας  λυγμικής αγάπης και αόμματης,
το θύμα εγώ στο πέντε της Διδότου.

Τις νύχτες μπρος σε νοτισμένους άτλαντες,
το στίγμα της γυρεύω δίχως ζέση.
Οι Μοίρες, διακονιάρισσες ατάλαντες,
μυρίζουν κλινική και  γάτας λέσι.

Ένα καιρό στα λυρικά μου ρέματα,
καπνίζοντας «Καρέλια» μαγεμένος,
δεν γνώριζα του μέλλοντος τα αίματα,
κουδούνι, διευθύνσεις και το γένος.

Αλί μου, ξάφνου βρέθηκα αιχμάλωτος,
με τις εκστάσεις πια σταφιδιασμένες,
στη λησμονιά δυσοίωνα ευάλωτος,
να ξεσκονίζω κρύπτες σκονισμένες.

Ποστάλι βυθισμένο τ΄άγιο σώμα της,
με δυο σειρές λαμπιόνια αναμμένα.
Στα χέρια μιας πλαγγόνας συνονόματης,
ξεψύχησα τα είκοσι κλεισμένα. 

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014


Τα Τραύματα
 
Τα τραύματα βαθιά, θανατηφόρα.
(Μιας Λύκαινας το δόντι κακουργεί).
Εσείς των ηδονών οι πλαστουργοί,
μασώντας κολχικό και μανδραγόρα,

σεμνά τη βάρκα του καμπούρη Αντρέα
τοξεύστε κατεπάνω στον καιρό.
Λαφρύ της αλκυόνας το φτερό,
γοργόνες στιγματίζει τον Βορέα,

πριν να χυθεί στη θάλασσα της φτήνιας,
με μιαν αναισθησία παιδική.
Μελάνη πια δεν έχω σινική,
μονάχα σεμπερβίβα απ΄τη Ρήνεια

και κάπαρη της Σέριφος. Που χώρα,
που άνεμος, που σμίλη, που σκαρμός;
Παντού τυμβαίος τώρα γλυκασμός
και τραύματα βαθιά, θανατηφόρα.

 

 

 

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014


Κατάσταση Πολιορκίας
 

Σβήσε το φως, τραβήξου απ΄το παράθυρο,
οι Λύκοι πήραν πάλι πάνω χέρι.
Μας τάγιζαν  καιρό με σκέτο άχυρο,
πριονισμένο είχαν το μαδέρι.

Πέτρες οι Φίλοι πάνω μας σηκώσανε
και βάψανε με φούμο τους φεγγίτες.
Μια χαραυγή φιλί του Γιούδα δώσανε,
πριν στείλουνε ζυγιές τους Φαλαγγίτες.

Σβήσε το φως, τη λάμπα πυροβόλησε,
πάρε πανί και ριξ΄το στο φεγγάρι,
τον θάνατο σα φίλο καλωσόρισε
και Ανδροκλής μπρος στάσου στο λιοντάρι.

Την εποχή ποτέ κανείς  δεν άλλαξε.
Φυγή το πεπρωμένο πια δεν έχει.
Κρασί της λησμονιάς στ΄αυτί μου στάλαξε
και κούρνιασε σιμά. Στη πόλη βρέχει…

 

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014


Το Ποδήλατο

Ο δρόμος θα τελειώσει μπρος στη θάλασσα
και στης Γοργόνας το φθηνό πορνείο.
Η ρίμα βγαίνει μόνο με το χάλασα
κι εγώ στο ρήμα αυτό πάντα ομνύω.

Ο δρόμος θα τελειώσει τόσο απότομα.
Που φρένο; Που ποδάρι; Που χωράφι;
Μονάχα να ΄ναι θέρος, να ν΄απόγιομα,
μην πάγουνε τα κίβδηλα χαράμι.

Ο δρόμος θα τελειώσει καθώς άρχισε.
Με κλάματα, με βλέννα, με βελόνη.
Κι αν πνεύμα του Θεού εντός μου άνθισε,
του Σταυρωτή δουλειά του να σταυρώνει.

Ο δρόμος θα τελειώσει… Το ποδήλατο,
βαμμένο με το φούμο της χηρείας,
φθαρμένο από τα χρόνια και αφύλακτο,
ντεκόρ σε μια σκηνή αυτοχειρίας.

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014


Περιμένοντας τον Αφέντη
 
Κουτσά-στραβά τα βήματα με φέρανε,
στις τρίλιζες της Άγιας-Ελευσίνας.
Ο Φιλοκλής μ΄ένα ραβδί με ξέρανε
και μ΄άφησε να χάνομαι της πείνας.

Λίγο κρασί, μισό βρωμολουκάνικο
και τρύπιο ρουχικό άνευ αξίας
η συρμαγιά. Το ξύλο; Κρίμα κι άδικο,
ακόμα και για σκλάβο της Καρίας.

Τ΄Αφεντικό αξίζει τα Μυστήρια.
Η χέρα του θ΄αγιάσει κάποια μέρα.
Για Υπερμάχω φευ τα νικητήρια,
τη σήμερον ανάγκη να΄σαι λέρα.

Ας το βουλώσω. Μάλλον το παράκανα.
(Υπάρχουν και αυτιά που με ακούνε).
Τη βγάζω μια χαρά με λια και λάχανα.
Των δούλων η δουλειά, να υπακούνε.

 

 

 

 

 

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014


Weekend
 
Στα Πούλιθρα νυχτέρι με τον Πύρρωνα:
«Η πέτρα γράφε, όνομα δεν έχει.
Γεράκι πε την, Άστρος, Πανταβρέχει.
Οι Δώδεκα σε θέλουν μόρτη κι είρωνα.

Κατσίκια χλαπακιάζεις, λες ανέκδοτα.
Τα γιόματα χουζούρι σα μια γάτα.
Τους λόγους σου προσέχεις γκρέμια, βάτα,
γουστάρεις μα δεν ζεις κομμάτι έκδοτα.

Γυνή σεμνή, παιδάκια τρίχα μούλικα,
τη μάνα σου τη κράζαν Ευθαλία.
Μα φευ  στα πέριξ έπεσε σταλία,
και πούλησες τους δίσκους με τον Πούλικα.

Τη συμβουλή μου άκου! Φέρσου ψύχραιμα!
Κανείς ποτέ καλό δεν σου χρωστάει.
Σκυλιών το μπαίγνιο πάντα καταντάει,
όποιος τσαρδί δεν στήνει στα υπήνεμα.

Στους κολλητούς δος κλώτσο , χτύπα έρημο.
Εκεί ανθεί ο κάκτος μυριαγκάθια.
Δεν μπούχτισες κονέ με κατακάθια;
Μιας μέρας κύμα μαύρε κι είσαι Ψέριμο».

Στα Πούλιθρα νυχτέρι με τον Πύρρωνα,
τρεις ώρες με τ΄αμάξι απ΄τον Βύρωνα.

 

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014


«Cine Hellas»
 
Στου Κύκλωπα το άντρο ταξιθέτης,
χρόνους λιμνάζω δέκα μεθυσμένος.
Εξέλιπεν αλιά μου κάθε σθένος,
ο κύρης παραμένοντας μιας Καίτης

και κτήτωρ μεζονέτας προαστίων.
Οι θεατές; Προς δέσμην κολυμπάνε,
καταραμένοι πάντα να μετράνε
πλακάκια, στις πισίνες των Αθλίων.

Στου Κύκλωπα το άντρο ταξιθέτης,
νομίσματα δαγκάνω, βάζω σκούπα.
Πως κύλησα ο δείλαιος στη τρούπα,
σε τέτοιο μπαρκομπέστια ερέτης;

Ελύληθεν η ώρα να το στρίβω
απ΄το «Cine Hellas» του Πολυφήμου.
Στο πόδι μου ρεέμια οι δυό γιοί μου
κι εγώ «καλή ψυχή» στο Ροδολίβο.