Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014


Α-Ω

Των γλυκασμών δεν βάσταξα τα κύματα.
«Δεσμώτης του ιλίγγου», «Mamma Roma».
Ολάκερη ζωή με αποστήματα-
παράσημα στο πνεύμα και στο σώμα.

Ένας πατέρας, έρμαιο της Ποίησης,
μια μάνα, λογχισμένη από πάθος.
Εγώ, το διακύβευμα της κύησης,
εγώ και των Σφιγγών ο χρονογράφος.

Απέριττο σαλόνι… Επιβίωση
ανάμεσα σε δίσκους και βιβλία.
Η πιο συνηθισμένη αντιβίωση;
Ο Τσέχωβ, το σκυλάκι κι η κυρία.

Ήρθε καιρός τα στόματα να ράψουμε,
με κέρινη κλωστή Σάββατο Μέγα,
μα πριν πυροτεχνήματα πετάξουμε,
από το Άλφα πιάσαμε Ωμέγα.

Των γλυκασμών δεν βάσταξα τα κύματα.
Λιγώθη η καρδιά μου από λύρα.
Μ΄ένα παλιό χωνί: «Πέσατε θύματα»,
στη γύρα βγήκα σφάζοντας για μπύρα.

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014


Γυμνοπαιδίες
 
Γυμνά παιδιά, κιτάπια επτασφράγιστα,
στων Ιδαλγών τις τρύπιες  Ουτοπίες.
Βάστα καρδιά… Εγώ με τόνο Άριστα,
τόσων ετών πως χάλασα φιλίες;

Σικελιανός των Άστρων και της Ποίησης,
εντός μου κάθε δείλι ξαποσταίνει.
Πενήντα χρόνια κύλησαν… Της μύησης
το χνώτο, σαν νεκρός βρωμά και  ζέχνει.

Η στράτα η μεγάλη προς Ερέτρια,
σε τσιμινιέρα τώρα τερματίζει.
Ψυχή, της σάρκας δούλα κι υπηρέτρια,
τι να ΄ναι αυτό που τρώει σε και σαπίζει;

Γυμνά παιδιά μια μέρα θα γυρίσουνε
πλευρό και χαρτωσιά μέσα στη βλέννα,
με θλίψη μεστωμένη να μιλήσουνε,
για σένα Περσεφόνη και για μένα.

 

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014


M/S ADES

Μια μαργωσά στα μέλη και μια οίηση,
σα φλόγινη γραβάτα στο λαιμό μου.
Αύγουστος ήταν, γιόρταζαν τη Κοίμηση
κι εγώ αποκαρώσεις του λοστρόμου.

Της πρώτης μου αγάπης ο ατσίγγανος,
(ασπρόμαυρη σεκάνς μεσοπολέμου),
μ΄ένα βιολί καμπούρης και αμήχανος,
κανοναρχούσε ξόρκια καταδέσμου.

Αντώνης, γύρω τούμπες από κύματα.
Ψυχοπομπός, το Άλφα του Κενταύρου.
Άχρηστα τώρα, είπα τα ενδύματα,
πιωμένος μια μποτίλια «Αίμα Ταύρου».

Ρίχνοντας κάβο Σμύρνη ξημερώματα,
με βρήκε το κακό κάτω στ΄αμπάρι
κι αντίς φωλιά διπλή στα αετώματα,
τη Κυριακή μου μοίρασαν το στάρι.

 

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014


As time goes by

Ποστάλι σκουριασμένο τ΄άγιο σώμα της,
βαθιά σε κάποια θάλασσα του Νότου.
Μιας  λυγμικής αγάπης και αόμματης,
το θύμα εγώ στο πέντε της Διδότου.

Τις νύχτες μπρος σε νοτισμένους άτλαντες,
το στίγμα της γυρεύω δίχως ζέση.
Οι Μοίρες, διακονιάρισσες ατάλαντες,
μυρίζουν κλινική και  γάτας λέσι.

Ένα καιρό στα λυρικά μου ρέματα,
καπνίζοντας «Καρέλια» μαγεμένος,
δεν γνώριζα του μέλλοντος τα αίματα,
κουδούνι, διευθύνσεις και το γένος.

Αλί μου, ξάφνου βρέθηκα αιχμάλωτος,
με τις εκστάσεις πια σταφιδιασμένες,
στη λησμονιά δυσοίωνα ευάλωτος,
να ξεσκονίζω κρύπτες σκονισμένες.

Ποστάλι βυθισμένο τ΄άγιο σώμα της,
με δυο σειρές λαμπιόνια αναμμένα.
Στα χέρια μιας πλαγγόνας συνονόματης,
ξεψύχησα τα είκοσι κλεισμένα. 

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014


Τα Τραύματα
 
Τα τραύματα βαθιά, θανατηφόρα.
(Μιας Λύκαινας το δόντι κακουργεί).
Εσείς των ηδονών οι πλαστουργοί,
μασώντας κολχικό και μανδραγόρα,

σεμνά τη βάρκα του καμπούρη Αντρέα
τοξεύστε κατεπάνω στον καιρό.
Λαφρύ της αλκυόνας το φτερό,
γοργόνες στιγματίζει τον Βορέα,

πριν να χυθεί στη θάλασσα της φτήνιας,
με μιαν αναισθησία παιδική.
Μελάνη πια δεν έχω σινική,
μονάχα σεμπερβίβα απ΄τη Ρήνεια

και κάπαρη της Σέριφος. Που χώρα,
που άνεμος, που σμίλη, που σκαρμός;
Παντού τυμβαίος τώρα γλυκασμός
και τραύματα βαθιά, θανατηφόρα.

 

 

 

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014


Κατάσταση Πολιορκίας
 

Σβήσε το φως, τραβήξου απ΄το παράθυρο,
οι Λύκοι πήραν πάλι πάνω χέρι.
Μας τάγιζαν  καιρό με σκέτο άχυρο,
πριονισμένο είχαν το μαδέρι.

Πέτρες οι Φίλοι πάνω μας σηκώσανε
και βάψανε με φούμο τους φεγγίτες.
Μια χαραυγή φιλί του Γιούδα δώσανε,
πριν στείλουνε ζυγιές τους Φαλαγγίτες.

Σβήσε το φως, τη λάμπα πυροβόλησε,
πάρε πανί και ριξ΄το στο φεγγάρι,
τον θάνατο σα φίλο καλωσόρισε
και Ανδροκλής μπρος στάσου στο λιοντάρι.

Την εποχή ποτέ κανείς  δεν άλλαξε.
Φυγή το πεπρωμένο πια δεν έχει.
Κρασί της λησμονιάς στ΄αυτί μου στάλαξε
και κούρνιασε σιμά. Στη πόλη βρέχει…

 

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014


Το Ποδήλατο

Ο δρόμος θα τελειώσει μπρος στη θάλασσα
και στης Γοργόνας το φθηνό πορνείο.
Η ρίμα βγαίνει μόνο με το χάλασα
κι εγώ στο ρήμα αυτό πάντα ομνύω.

Ο δρόμος θα τελειώσει τόσο απότομα.
Που φρένο; Που ποδάρι; Που χωράφι;
Μονάχα να ΄ναι θέρος, να ν΄απόγιομα,
μην πάγουνε τα κίβδηλα χαράμι.

Ο δρόμος θα τελειώσει καθώς άρχισε.
Με κλάματα, με βλέννα, με βελόνη.
Κι αν πνεύμα του Θεού εντός μου άνθισε,
του Σταυρωτή δουλειά του να σταυρώνει.

Ο δρόμος θα τελειώσει… Το ποδήλατο,
βαμμένο με το φούμο της χηρείας,
φθαρμένο από τα χρόνια και αφύλακτο,
ντεκόρ σε μια σκηνή αυτοχειρίας.