Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014


 Το Ταξίδι
 
Μια χαραυγή με μάτι ασυγκίνητο
και σταθερό το πνεύμα του μετώπου,
στο χαλασμένο θά ΄μπω αυτοκίνητο,
τους μύθους να γυρέψω του Αισώπου.

Ο Θεριστής,(γλυκιά μου συμπαράσταση),
καρτερικά θα κρένει στο κατώφλι:
«Λόγος κενός να ξέρεις η Ανάσταση,
κρόκος μηδέν κι ασπράδι… Μόνο τσόφλι».

Της πλήξης τα ενδύματα τα πένθιμα,
σε κάδους θηριώδεις πλυντηρίων,
με σκόνη από ήθη κι από έθιμα,
Υπαπαντής θα λάμψουνε στο Δίον.

Κι εγώ που τόσο πόθησα τη θύελλα,
το χιόνι, την αντάρα, το σκουλήκι,
τα κέρδη μου μονάχα λίγα πτύελα
και χάρβαλο κουδούνι «ΕΥΡΥΔΙΚΗ».

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014


Μ΄ένα φλιτζάνι τίλιο

Μ΄ένα φλιτζάνι τίλιο φθινοπώριασε,
στης δόλιας μου καρδιάς το θυρωρείο.
Δεν έχει Σινεάκ, το μπλε ξεθώριασε
και τις Μαινάδες πήραν με φορείο.

Οι τύμβοι πια ξεράσανε το χώμα τους,
απάνω στης Γλυκέρας τα ποδάρια.
Για φυλακή μαζώξανεια φυλακή προσέλαβανκίο Άωταγμα αόμματους,
και νεκροθάφτες τάγματα με φτυάρια.

Μ΄ένα φλιτζάνι τίλιο γηροκόμησα,
νοτιάδες, λαβωμένα καλοκαίρια.
Του Κάλχα το κουσούρι κληρονόμησα,
μαζί με τενεκέδες πεφταστέρια.

Δυσσέας στη Γραβιά , Κόρη στο  Ζάλογγο,
κι αποσφαγμένος  Foley με το λάζο,
μιας Ψησταριάς λερό τιμοκατάλογο,
στο Instagram τις νύχτες ανεβάζω.

 

 

 

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014


Στου Υμηττού τη χάψη

Στον Υμηττό οι θλίψες περισσέψανε
και γένηκαν  πουλιά της καταιγίδας.
Μες σε σπηλιά τελώνια με βατέψανε,
να λασπωθεί η ρόδα της πατρίδας.

Παρασκευή, των σπλάχνων ο καλόγερος,
με πήρε στο κυνήγι ως τους φράχτες.
Από τη γέννα κι ύστερα παλιόκαιρος,
χιόνιζε πυρ ανάκατα με στάχτες.

Στον Υμηττό χαλεύοντας Ανάσταση,
έβαλα μπρος μιας μνας καρμπυρατέρι.
Φως πάλι φως! Τα χέρια σε ανάταση,
κρατήσανε σφικτά το πρώτο αστέρι,

την άρραφη ραντίζοντας θνητότητα,
κρασί και χρωστικές από τα Σπάτα.
Ήταν νυχτιά σα βγήκα με σεμνότητα,
μια Παναγιά γυμνόποδη στα βάτα.

 

 

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014


Προκάρδιον Άλγος
 
Δίχως μια λέξη πάγια ζαλώθηκα,
Σάββατο Μέγα πριν την εκκλησία.
Πήρα σβουνιές, ατός μου μουτζουρώθηκα
και τρέχοντας προς τη φωτοχυσία

των Ουρανών με τα σπορτέξ σαν άνεμος,
για μια στιγμή παρέλυσε η γλώσσα.
Μπροστά μου σκαλωσιά και υψικάμινος,
ανδράποδα, βιολιά, bandiera rossa

και μια θηλιά ταγμένη σε αιώρηση
ως να ‘γνεφε: «Την κάρα σου αρνήσου».
(Πανέτοιμος εγώ για αναχώρηση,
στις τσέπες μου συνάλλαγμα της Νήσου

και χάρτης οδικός). Πυροτεχνήματα
τα τέλη συνοδεύανε με χάρη.
Ο Ρέφερι μου γκρίνιαξε για βήματα,
κλωτσώντας το σκαμνί ίδια μουλάρι.

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014


Α-Ω

Των γλυκασμών δεν βάσταξα τα κύματα.
«Δεσμώτης του ιλίγγου», «Mamma Roma».
Ολάκερη ζωή με αποστήματα-
παράσημα στο πνεύμα και στο σώμα.

Ένας πατέρας, έρμαιο της Ποίησης,
μια μάνα, λογχισμένη από πάθος.
Εγώ, το διακύβευμα της κύησης,
εγώ και των Σφιγγών ο χρονογράφος.

Απέριττο σαλόνι… Επιβίωση
ανάμεσα σε δίσκους και βιβλία.
Η πιο συνηθισμένη αντιβίωση;
Ο Τσέχωβ, το σκυλάκι κι η κυρία.

Ήρθε καιρός τα στόματα να ράψουμε,
με κέρινη κλωστή Σάββατο Μέγα,
μα πριν πυροτεχνήματα πετάξουμε,
από το Άλφα πιάσαμε Ωμέγα.

Των γλυκασμών δεν βάσταξα τα κύματα.
Λιγώθη η καρδιά μου από λύρα.
Μ΄ένα παλιό χωνί: «Πέσατε θύματα»,
στη γύρα βγήκα σφάζοντας για μπύρα.

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014


Γυμνοπαιδίες
 
Γυμνά παιδιά, κιτάπια επτασφράγιστα,
στων Ιδαλγών τις τρύπιες  Ουτοπίες.
Βάστα καρδιά… Εγώ με τόνο Άριστα,
τόσων ετών πως χάλασα φιλίες;

Σικελιανός των Άστρων και της Ποίησης,
εντός μου κάθε δείλι ξαποσταίνει.
Πενήντα χρόνια κύλησαν… Της μύησης
το χνώτο, σαν νεκρός βρωμά και  ζέχνει.

Η στράτα η μεγάλη προς Ερέτρια,
σε τσιμινιέρα τώρα τερματίζει.
Ψυχή, της σάρκας δούλα κι υπηρέτρια,
τι να ΄ναι αυτό που τρώει σε και σαπίζει;

Γυμνά παιδιά μια μέρα θα γυρίσουνε
πλευρό και χαρτωσιά μέσα στη βλέννα,
με θλίψη μεστωμένη να μιλήσουνε,
για σένα Περσεφόνη και για μένα.

 

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014


M/S ADES

Μια μαργωσά στα μέλη και μια οίηση,
σα φλόγινη γραβάτα στο λαιμό μου.
Αύγουστος ήταν, γιόρταζαν τη Κοίμηση
κι εγώ αποκαρώσεις του λοστρόμου.

Της πρώτης μου αγάπης ο ατσίγγανος,
(ασπρόμαυρη σεκάνς μεσοπολέμου),
μ΄ένα βιολί καμπούρης και αμήχανος,
κανοναρχούσε ξόρκια καταδέσμου.

Αντώνης, γύρω τούμπες από κύματα.
Ψυχοπομπός, το Άλφα του Κενταύρου.
Άχρηστα τώρα, είπα τα ενδύματα,
πιωμένος μια μποτίλια «Αίμα Ταύρου».

Ρίχνοντας κάβο Σμύρνη ξημερώματα,
με βρήκε το κακό κάτω στ΄αμπάρι
κι αντίς φωλιά διπλή στα αετώματα,
τη Κυριακή μου μοίρασαν το στάρι.