Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2015


Βαρβάκειος 15

Από νωρίς στης Αγοράς τον τρύπιο πάγκο,
μ΄ένα ζεϊμπέκικο να γλύφει τις πληγές,
ακούω κάποιον να μου κράζει: «Α ρε Γιάγκο,
μούρη χωμένη τι βαστάζεις στις Πηγές;

Στο γιούκο πίλο και παλτό. Τρίβωνα πάντα.
Σανδάλια των Προγόνων, πως και πορπατάς;
Όσο και να οργώνεις Θιάκι με το Lada,
για τους Μνηστήρες θα ΄σαι πάντα κερατάς».

Γυρνώ το μάτι πάνω του, πόσο μου μοιάζει;
Ξένος κι αυτός καθώς κι εγώ μες στη ζωή.
«Ράψε το φίλε, τέτοιο λάλημα χαλάζι,
μου καταστρέφει σώμα, νου και συλλοή.

Άσε για πάρτη μου να πλέκω παραμύθι.
Δεν σου απλώνω χέρι. Βάρδα δανεικά.
Γίνε σκληρός, πες με σαλό, ντιπ κουτορνίθι.
Εγώ πλασμένος μ΄άλλης τάξης υλικά».

 

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015


Μια Παναγιά
 

Μια Παναγιά, μια κόρη Τρωαδίτισσα,
σε χιόνι μαύρο είχα παραχώσει.
Βδομάδες των Παθών καλά την σίτιζα,
από χαρές του βίου ν΄αναρρώσει.

Γεράκι λιμασμένο την κατόπτευε,
στα σπλάχνα της γυρεύοντας πατρίδα.
Αυτή χωρίς σουρντίνα το κορόιδευε:
«Ανίερο φτερό, μισή μερίδα».

Και μια Παρασκευή κατά τ΄απόγευμα:
«Εσύ και Μιθριδάτης και φαρμάκι,
του Δελφικού του Τόπου το εκπόρευμα,
όλο γκρεμίλα, σάρα και χαντάκι».

Μια Παναγιά, μια μήτρα εναρμόνια
στα μάτια μου μπροστά πήρε να στάζει
υγρά σαν μπαταρία Αραγκόνια,
μουλιάζοντας τις στέγες στο Μπουρνάζι.

 

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015


Τα Λόγια Μου
 
Τα λόγια μου πικρότατα σα φάρμακο,
δεν βρίσκουν σωθικά να ταξιδέψουν.
Στο πληθυσμό προσέτρεξα τον άμαχο,
ελπίζοντας οι στίχοι μου ν΄αντέξουν.

Ένας ακόμα Δάντης τι χρειάζεται;
(Η Κόλαση σε σχήμα τώρα τσέπης,
από ψυχές ανώνυμες χειμάζεται).
Προς μυστικούς λειμώνες όταν ρέπεις,

της Γάνδης σταυροδρόμια δεν σε θέλγουνε,
μήτε της Βρύγης βρώμικα κανάλια.
Τζιτζίκια προσευχούλες μόνο λέγουνε:
«Δεν ζει και ζει» και δώστου μαδριγάλια.

Τα λόγια μου χειμώνος εξαρτήματα,
γυρεύοντας κουβέρτα στα Σεπόλια,
της Λίμνης θα μετρήσουνε τα κύματα,
με των Λιποβαρών τα παρασόλια.

 

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015


Το Κουτί Με Τις Ερωτήσεις

Στερεύουν τα ποτάμια; Τι θαρρείς;
Οι θάλασσες μαντρώνονται με σύρμα;
Ποιος στέκεται ορθός μπροστά στο κύμα;
Ποιος φεύγει απ΄τη ζωή περιχαρής;

Κατέχει αντικλείδι ο καιρός;
Τα νιάτα πυροτέχνημα, κροτίδα;
Ο Κύκνος θα μου πεις χωρίς την Λήδα,
σα βάτραχος δυσώδης και λερός.

Τι θέλουν τα παιδιά στις Αγορές;
Οι Έλληνες τι ψάχνουν στα Λονδίνα;
Για κάποιον που συνήθισε στη πείνα,
τα ρεβεγιόν συνήθειες μωρές.

Ποιος είναι που στα σπλάχνα μου μιλά,
το ίδιο τσαμπουνώντας παραμύθι;
Ας είναι… Το κουκί και το ρεβύθι,
βοηθούν στο να μη βάζουμε κιλά.

 

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015


Βοριά πικρέ

 
Βοριά πικρέ Απρίλη πως και φύσηξες,
παγώνοντας τ΄αρνάκια στο μαχαίρι
απάνω; Νου, ψυχή, σάβανα τύλιξες,
και λάκισες φονιάς προς την Ταγγέρη.

Εγώ ένα παιδί πολλά μυγιάγγιχτο,
στις διάτες σου αφέθηκα με ζήλο.
Το τρίτο μου το μάτι πάντα ορθάνοιχτο,
χωρίς ντροπή κατόπτευε για φίλο.

Περίμενα χειμώνα τα μηνύματα.
Με γέλασες. Εφάνης πριν το θέρος.
Τι γύρευα μαθές μέσα στα μνήματα,
αντί στους ουρανούς τρελοκαμπέρος;

Βοριά πικρέ τα πάντα χιονοσκέπασες.
Κάλλιο και με να είχες ξεπαστρέψει.
Ζήση νωρίς γιατί με περιγέλασες
και μ΄έχεις πριν την ώρα έτσι ρέψει;

 

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014


Σκάλες
 
Τις σκάλες θα κατέλθω για της Κόλασης,
το πιο ανοικονόμητο καντόνι,
με πρόβλημα βαδίσεως και όρασης,
ομνύοντας στων Δώδεκα το χιόνι

και στο κερί μιας σάπιας λυρικότητας,
ανίκανης κερκίδες να γεμίσει.
Ω ρίζα λαγγεμένη της λευκότητας,
ω Κόρη, ω Ψυχή μ΄έμμηνο ρύση,

στο τέρμα της καθόδου και της μείωσης,
αντί συμφωνικές του εγκεφάλου,
θα δεις τ΄αποτελέσματα της γείωσης,
απάνω στα συντρίμμια της Παράλου.

Τις σκάλες θα κατέλθω μ΄ένα τρέκλισμα,
πιασμένος απ΄το μπράτσο της Μητέρας.
Εκεί, μια φωτερή γωνιά και μέρισμα,
φροντίδα, γιατροπόρεψη και γέρας.

 

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014


Πάλι Πρωτοχρονιά
Πρωτοχρονιά με κίβδηλα νομίσματα
στη τσέπη και φθαρμένους Καζαμίες,
στων Αχαιών προστρέχω τα πορίσματα
και στης λυκοφιλίας τους ταμίες

Καράβια μεσοπέλαγα φλεγόμενα.
(Γοργόνες στα «Μπιφτέκια» της Γλυφάδας).
Τον πρώτο ρόλο βάσταγα στα δρώμενα,
μέχρι το δειλινό της αποφράδας.

Γεμάτο το δισάκι από Πλάτωνα,
Ιάμβλιχο και βάσανα Μυρίων.
Τη μοίρα μου συνήθως την κεράτωνα,
καβάλα σε μοτό στη Μεσογείων.

Πρωτοχρονιά ξανά… Χριστέ βαρέθηκα,
το ξύλο σου να σέρνω στα σοκάκια.
Για πολλοστή φορά παραπονέθηκα,
μα κλήρα μου αλλοίμονο χαντάκια.