Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015


Τα Ζαχαρωτά
 
Αποτέλεσμα εικόνας για candies paintings
Ζαχαρωτά δεν γύρεψα.Τα δόντια μου
από παιδί τα είχα σαπισμένα.
Αρβανιτιά τσιφούτα τα γερόντια μου,
τα κάντια τους πολλά μα τοκισμένα.

Ζαχαρωτά δεν γύρεψα. Ο θάνατος
σάμπως παπάς φορούσε καλυμμαύχι.
Σκληρός, ανοιχτομάτης και ανάλατος,
με δρέπανο μου έξυνε τη ράχη.

Ζαχαρωτά δεν γύρεψα. Μου έφτανε
των χόρτων η πικράδα, το βελένι.
Η λύκαινα, που μ΄έβρισκε που μ΄έχανε,
σκοπιά στων γονιδίων το δερβένι.

Ζαχαρωτά δεν γύρεψα. Αγόγγυστα
τα φάρμακα σ΄ορρό και μέχρι στάλα.
Ψηλά τώρα παράθυρα θεόκλειστα
και χρόνοι τρεις που πίνω μαύρο γάλα.

Τρίτη 17 Μαρτίου 2015


Το Τραγούδι του Νεκρού Πατέρα
Αποτέλεσμα εικόνας για old man dead in Heaven paintings
Βάλε μια φωνή σαν φθάσεις, πάρε με τηλέφωνο,
να σου στείλω με τη βάρκα παλτουδιά κι αμπέχονο.

Τα βιβλία τα φθαρμένα Χάμσουν, Σοπενχάουερ,
καρποστάλ από τ΄Αλγέρι, Λούβρο, London Tower.

Tου Λοχία τα γαλόνια, τη χρυσή τη βέρα σου,
κομπολόγι ταρταρούγα να περνάς τη μέρα σου.

Ronson, πέτρες, Άσσο Φίλτρο, την παλιά Uranya
να ΄χεις γέροντα ρεμέντια για την νεκροφάνεια.

Κι αν ξεχάσω κάτι πε μου, κάνε μου κατάλογο
και στα φέρνω χέρι-χέρι, πάντα via Ζάλογγο.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015


Θάνατος στις πέντε
 Αποτέλεσμα εικόνας για man in bed paintings
Κούρδισα το παραμύθι έξη παρά τέταρτο,
έχοντας θρηνολογήσει: «Πως μ΄αρέσεις Έλατο».

Τα σεντόνια μου μεσάτο Περσεφόνης φόρεμα,
ζυμωμένα μαύρο αίμα μαρτυρούσαν μόλεμα.

Έν΄αγόρι σαλεμένο σαν βροντή, σαν σάλπισμα,
ράντισα καλά με λήθη της σαρκός το σάπισμα.

Γιατρικά στο κομοδίνο Νίτσε, Τσέχωφ, Πλάτωνας
κι ο Χριστός στο μεσούπνι σχιστομάτης Γιάπωνας.

Κούρδισα το παραμύθι, ξάπλωσα, σκεπάστηκα.
Πως θα πέθαινα στις πέντε ούτε που φαντάστηκα.

 

Κυριακή 15 Μαρτίου 2015


Το Σύμπαν Μου
Αποτέλεσμα εικόνας για universe paintings
Άδεια φαρέτρα σέρνω κι ένα φάσγανο,
από τις τόσες πίκρες σκουριασμένο.
Το σύμπαν μου μικρό μα πολυδάπανο,
πάντα τραπέζι πίστα για τον Ξένο.

Της Άρκτου περατάρης ξημερώθηκα,
σε πορνικά σεντόνια ορκισμένος,
να προχωρήσω έστω κι αν λαβώθηκα
στα νώτα σαν οπλίτης δίχως σθένος.

Άδεια φαρέτρα σέρνω, πίνω λάβδανο
τα χείλη πλαταγίζοντας σαν πρώτα,
σ΄αμπέλι κυκλοδίωκτο στην Κάνδανο
και στις μαβιές κροκάλες του Ευρώτα.

Δεν ξέρω που θα βγει το μονοπάτι μου.
Σε γκρέμι; Σε χαράδρα; Σε δοκάνι;
Το φως το σκοτεινό εν τοις εγκάτοις μου,
με λούζει πότε Γύγη, πότε Γιάννη.

 

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015


Η Επιστροφή
 Αποτέλεσμα εικόνας για man with moto paintings
Δίχως φέρετρο και τάφο ξημερώθηκα,
στην πλατειά τη λεωφόρο που σκοτώθηκα.

Είχε πέσει μια βροχούλα Κυριακάτικη,
σα  γαζία μυρωμένη, Πασχαλιάτικη.

Γαίματα ξεθυμασμένα, κάτι κρύσταλλα,
Θυμητάρια μιας πορείας πάνω σ΄ύφαλα.

Πως γονάτισα Χριστέ μου δεν κατάλαβα
και το λάδι της Γιαμάχας μου μετάλαβα.

Δίχως φέρετρο και τάφο ξημερώθηκα,
γύρω στις επτά και τρία εξαχνώθηκα.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015


Ο Κύων
 Αποτέλεσμα εικόνας για dog paintings
Γυμνός απάνω στις γραμμές γαλάζιων τετραδίων,
με θολωμένη τη ματιά, το νου του ρημαδιό,
κάθισε ανακούρκουδα της μοναξιάς ο Κύων,
γαυγίζοντας φιλόσοφα προς το Αρχονταριό:

«Εγώ φτωχός γεννήθηκα Απρίλη στο Μπραχάμι,
από μανούλα που ΄πλενε σε σκάφη τα σκουτιά,
έκαμα χρόνους δώδεκα για να γευτώ σαλάμι
κι ήταν η νιότη ρέματα και ξύλινα σπαθιά.

Μεγάλωσα, τι το θελα και μπήκα σε πορεία,
βαδίζοντας σαν κάβουρας σε φάμπρικες φρικτές.
Λίγο και θα με παίρνανε σέκο με τα φορεία,
αν ρότα μου δεν άλλαζα μ΄άλλης μορφής ειρκτές.

Μια γκαρσονιέρα σκοτεινή, δυο-τρείς σειρές βιβλία
το έχει μου. Τις Κυριακές, μισό κιλό κρασί.
Λίγο τυράκι που ΄στελνε απ΄το χωριό μια θεία
κι Επίκουρος ανάσαινα μαζί με το Τασί.

Μα ΄ρθε καιρός που το Τασί ξυπνώντας πήρε δρόμο,
μούχλιασαν τα βιβλία μου, μπλάβισε το τυρί.
Τα σου ξου μου ξεκίνησα ο άφρων με τον Νόμο
και κρέμασε καθώς κρεμά το πορφυρό λειρί.

Καλά ΄ναι τ΄άγια του Θεού, καλά και τα ρεμέντια.
Τον βίο έβαλα μπροστά με μιας τον χαλαρό.
(Ύπνος, γαμήσι, γυρουλιό, χασίσι, μάσες,  γλέντια,
ταξίδια). Λίγο έπρεπε κι ατός μου να χαρώ.

Και να ΄μαι στα ποδάρια σας  Αρχόντοι τιμημένοι,
για λίγα σέντσια δανεικά, δουλίτσα ταπεινή,
έστω και σαν υπάλληλος, μια θέση γαμημένη
και θα με βρείτε ορκίζομαι πιστό και προσηνή».

Γυμνός απάνω στις γραμμές γαλάζιων τετραδίων,
με θολωμένη τη ματιά το νου του ρημαδιό,
«Ρίχτε μου έστω κόκαλα Πατέρων και Αγίων»,
ξεστόμισε ο Σκύλαρος πριν διπλωθεί στα δυό.

 

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015


Τα Ναύλα

 Αποτέλεσμα εικόνας για boat paintings
«Δανείστε μου τα ναύλα. Φραγκοδίφραγκα
στις τσέπες, δεν κουβάλησα ποτέ μου.
Τώρα που θα περάσουμε τη σήραγγα,
αθύρματα και μπαίγνια του ανέμου,

δανείστε μου τα ναύλα. Σας ξηγήθηκα
και θέλω ζεστασιά από μεριά σας.
Με τις πιζάμες χθες αποκοιμήθηκα,
για να ξυπνήσω ένοικος μιας κάσας.

Δανείστε μου τα ναύλα. Η γυναίκα μου,
Θα στείλει το ποσό μέσω Τραπέζης.
Τον λόγο ΄μπιστευτείτε άνδρα έγγαμου».
«Με το συμπάθιο φίλε, δε μας χέζεις».

«Δανείστε μου τα ναύλα ρε καλόπαιδα,
γιατί θα την βουλιάξω την πιρόγα.
Γαμώ του Κάτω Κόσμου τα στρατόπεδα,
μαζί και του Ραδάμανθυ την ρόγα».