Λονδίνο 1987
θα ξαναπώ ψευδά το παραμύθι,
για κάποιο γελαστό πολύ απόγευμα,
πριν το σκεπάσει σάβανο η λήθη.
Εσύ κι εγώ και δίπλα μας ο
Τάμεσης,
με το παλιό νερό και τις νησίδες.(Τα δώρα τα πρωτόφαντα της Λάχεσης,
δίχως ψωμί αφήναν τις φροντίδες).
Μονάχα η αγάπη μας ξεχώριζε,
απάνω στη λερή τη φορτηγίδα,σαν οδαλίσκη που ψευτιές τονθόριζε,
τις λάσπες ονομάζοντας πατρίδα.
Μα τέσσερις βδομάδες μόνο
φτάσανε,
το πρόσωπο ν΄αγγίξουμε της θλίψηςόμοια τυφλοί. Βοριάδες μας γεράσανε
και ολικές αρχίσανε εκλείψεις.
Με λόγια βουτηγμένα σε
οινόπνευμα,
στους δρόμους θα βαδίσω του
Λονδίνου,εγώ της νοσταλγίας το εκπόρευμα,
χωρίς καμιά συναίσθηση κινδύνου.