Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015


Εν Αθήναις
 Αποτέλεσμα εικόνας για Athens paintings
Πως η ζωή κατέβασε κουρτίνες
και μάρανε τα γιούλια μες στη γυάλα;
Αλλοίμονο… Η Τάξη εν Αθήναις,
φαρμάκωσε μ΄ελλέβορο το γάλα,

πριν πάρει άρον-άρον μονοπάτι,
μίλια χιλιάδες πέντε απ΄την πλέμπα.
Πατρίδα να δεχτεί τον αποστάτη
που για; Κοφτή μια διάτα:«Φόρα έμπα»,

μα σ΄άλλο Γαλαξία, σ΄άλλο σκάφος,
μακριά απ΄των Πατέρων τη σαγήνη.
(Εκεί πουλιά, φτερά, λοφίο, ράμφος,
κρωγμοί και νοθευμένη ναφθαλίνη).

Πως η ζωή μουτζάλωσε τους όρους,
τις άκρες κουρελιάζοντας του τράτου;
Δόξης πεδίο λαμπρό για δικηγόρους,
εδώ στη πεδιάδα του Αναλάτου.

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015


Κακό Συναπάντημα
 Αποτέλεσμα εικόνας για a man and two policemen paintings
Μια πόλη κίτρινη μπροστά
χαμένη στην ομίχλη.
Είχα στις τσέπες μου χωστά,
«Τραβέρσο» και την «Κίχλη».

Δυο πολισμάνους απαντώ,
μ΄ειδίκευση στο κλώτσι
κι όπως με βρήκαν τροφαντό,
με κάμανε καρότσι.

Κι εμέ που με καλάντρωσε
του Τσέχωφ η κυρία,
σκυλάκι λες με μάλωσε:
«Αλάργ΄απ΄τα θερία!

Όλοι δεν μεγαλώσανε,
με Κούντερα και Μάρκες.
Χαμαί τον κώλο στρώσανε,
πως να λιανίζουν σάρκες».

Μια πόλη κίτρινη μπροστά
και πίσω μου βιβλία.
Κανείς καλό δε σου χρωστά,
μητ΄άνθη στη κηδεία.

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015


Οι Μπύρες
 Αποτέλεσμα εικόνας για beer paintings
Τα παραμύθια της ψυχής
για τους πολλούς. Για μένα,
μιας ζήσης στέρφας και ρηχής,
χείλη γερά ραμμένα.

Οι Μοίρες με μοιράνανε,
λυκίσκο, αλκοόλη,
μαβί το άσπρο κάνανε,
το πεπρωμένο βόλι.

Από παιδί στις Αγορές,
τις ταπεινές και γλίσχρες.
Πάνω στο σώμα εκδορές,
στα πόδια μου χιονίστρες.

Ψωμί σκληρό απ΄άχερο,
ιδρώτες ζυμωμένο,
λάσπη το παλιοκάσερο,
στα δώδεκα κομμένο.

Και σαν τη λήθη γύρεψα,
γκαρσόνες σε ποτήρια
μου φέραν και ξεδίψασα,
Μυστήρια Καβείρια.

Τα παραμύθια της ψυχής
μου τα ΄παν ζωντοχήρες:
«Για να τη βγάζεις ευτυχής,
καφάσια πίνε μπύρες».

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015


Της Μνήμης το Χαρτί
Αποτέλεσμα εικόνας για yellow paper paintings
Κιτρίνισε της μνήμης το χαρτί
κι εγώ αφιονισμένος αρτοπώλης,
ψωμί πουλώ τους στίχους μου. Πατεί
τα μέσα μου καλά χειμών γαμιόλης.

Αγάπες λιμασμένες, φορτικές
μου κάνανε ρεσάλτο. Με το ζόρι
βατέψανε ελπίδες Αττικές
και μ΄άφηκαν δεκάχρονο αγόρι,

να τρέχω με το τσέρκι του τρελού,
στην Πλάση τη πλατιά, την ανδροφθόρα.
Εξωνημένος μέχρι μυελού,
μου φαίνεται να φεύγω είναι η ώρα.

Κιτρίνισε της μνήμης το χαρτί,
χορτάριασε των Τρώων το κονάκι
και σαν σε κουπαστή ψωρογατί,
κρασί ξερνώ ανάκατο φαρμάκι.

 

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015


Με το Παλτό το Ξύλινο
 Αποτέλεσμα εικόνας για coat paintings
Με το παλτό το ξύλινο, το μαύρο,
στη γύρα θε να βγω Πρωτοχρονιά,
τα κέρατα γυρεύοντας στον ταύρο,
το ξύλιασμα στα δίχτυα του χιονιά.

Η Κόλαση θ΄ανοίγει τα πλατώ της,
στου Μπέργκμαν την ασπρόμαυρη «Σιωπή».
Πώς να σταθεί ολάκερη Ανθρωπότης;
Της θράκας ποιος πλερώνει την κλοπή;

Με ξύλινο παλτό, μαβιά γραβάτα
και κίβδηλο στατήρα εν χερσίν,
θα κάμψω κεφαλή στην Καλαμάτα,
τα μείον να μετρήσω και τα συν.

Κι ένα θλιμμένο δείλι μιας Τετάρτης,
την ώρα που ανοίγουνε τα μπαρ,
αγέρας θα με σπρώξει καταβάτης,
προς τα νησιά του Άδη, νέκυς γαρ.

 

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015


Μια Φωνή

 Αποτέλεσμα εικόνας για voice paintings
Το μονοπάτι βάτα. Μια Φωνή
λογχίζει: «Πάρε πόδια σου και τράβα.
Ανέβα βήμα βήμα το βουνί
και βούτηξε με μάσκα μες στη λάβα.

Τα κωμικά για μπάστα. Δεν μπορώ
δεν έχει. Το φαρμάκι ως τον πάτο.
Τον τελευταίο σύρε το χορό,
τσαρούχι, φούντα, πάτημα τριζάτο.

Η πεδιάς φρυγμένη. Για δροσιά,
εκείνη των αρχαίων ηφαιστίων.
Δεν πιάνεις φιλαράκι χαρτωσιά,
σαν μουρμουράς τροπάρια αγίων.

Εμένα να ακούεις. Συντροφιές
λησμόνα τες σε τίποτες δε βγάνουν.
Θαρρώ νογάς καλά από οχιές
κι αράχνες που λυσσάρικα δαγκάνουν».

Αλιά παραδομένος στο κρασί,
με γόνυ μαθημένο να τρεκλίζει,
φορώντας κοστουμάκι θαλασσί,
αφήνω τη Φωνή να με κερδίζει.

 

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015


Σαββατόβραδο
 Αποτέλεσμα εικόνας για saturday night paintings
Φρικτό το Σαββατόβραδο
σα κάμποτ χειρουργείου.
Κλεισμένο μου ματόκλαδο,
θαμώνας υπογείου,

πέντε χρονάκια. Στέφανο
εξ ακανθών ματίζω.
Κάλλιο καρφί και τέτανο,
απ΄το να κλαψουρίζω.

Φρικτό το Σαββατόβραδο
και πιο φρικτή Δευτέρα.
Τελειώνει το παλιόλαδο,
μου βάνει ο Χάρος βέρα.

Και τι να πω στο Μάστορα
της Πλάσης που προσμένει;
«Γειά σου ρε Προβοκάτορα,
το βύσσινο να μένει».