Στην Αποικία
Στην αποικία τούτη εδώ,
στωμύλων παπαγάλων,
ικέτης παρευρίσκομαι.
Τι νύχτα των Κρυστάλλων,
μέσα στο φως αλιά μου ζω;
Πολύχρωμα τα σμήνη,
κάρα, κορμί τσιμπολογούν.
Μιλώ με ντομπροσύνη:
«Παπαγαλάκια μου σοφά,
προς τι με τυραγνάτε;
Μηλαδελφάκι σας κι εγώ.
Ποσώς με συμπονάτε;
Στιχάκια γράφω για τουρλιά,
μπεκάτσες, αηδονάκια,
τον ουρανό που ΄χουν φωλιά,
λημέρι τα κλαδάκια.
Πολλές φορές και ειδικά,
γένος σας έχω υμνήσει
και βλέπω λίγο
σόλοικο,
ράμφος να με ξεσκίσει».
Κι ο παπαγάλος του Φλωμπέρ,
ξυνός, Νίτσε μουστάκα,
με λέγει: «Αποσκότισον
κι άι να γαδείς μαλάκα, μαλάκα, μαλάκα…»
Γράμμα σ΄έναν Ποιητή
Αυτιάσου το κροτάλισμα των δίσεχτων καιρών
και με σουγιά του Θοδωρή χαράκωσε την φλέβα,
να ξεχυθεί σα χείμαρρος το γαίμα και τ΄αλγκόν,
που μες στον Κήπο ταίριαξαν Όφις, Αδάμ και Εύα
Για σε δεν είναι φάρμακο, δεν έχει συνταγή.
Ο Δίδυμος σ΄ευεργετεί στου ύπνου τις πτυχώσεις,
αιτούμενος εξαίρεση απ΄την στυγνή σφαγή,
κι απ΄των θνητών τις έξοχες πλήν στείρες ταλαντώσεις.
Τα παγανά κάμνουν χωσιά στων δίσκων τις στροφές,
και γυφτοσίδερα περνούν στους άκαρπους σου στίχους,
μα πριν να πέσουν πάνω σου αστέρων οροφές,
ένα τραγούδι ταίριαξε για μιας ξανθής βοστρύχους.
Το νου σου μόνο ρήματα κατάλληλα να βρείς.
(Δε συγχωρούν οι άνθρωποι αθλίους ποιητίσκους).
Μπορεί να σε δικάσουνε είς θάνατον και δις,
σαν σε πετύχουν μπόσικο και σκύλο απ΄τους θρήσκους.
Χριστούγεννα Τετράδη
Των Χριστουγέννων το σκυλί
γερμένο στο γιατάκι,
το νου του είχε στη
θηλειά,
στον γάντζο, στο σκαμνάκι.
«Λίγο σχοινί καλά πλεχτό,
το βάρος να βαστάξει
κι όλα τελειώνουν στη στιγμή…
Ω τι γενναία πράξη,
τ΄άλλα θα ειπούνε τα
σκυλιά.
(Λιαντίνειος στ΄αλήθεια).
Mα εγώ στο φως που όμωσα,
για ΄να πιατί ρεβύθια,
ο νηστικός σκοτώνεται
και ροβολά στον Άδη».
Κι έπεφτε ΄κείνη τη χρονιά,
Χριστούγεννα Τετράδη…
Mal di Luna
Η φεγγαράδα φέρνει αναγούλα,
ιδίως ιδωμένη απ΄την Βούλα,
αν δε την φορτωθείς απ΄την Γλυφάδα,
στην γλίτσα της κολλάς για μια βδομάδα.
Γι΄ αυτό κι εγώ γυαλιά φορώ ηλίου,
καχύποπτος πολύ εκ προοιμίου,
στης κόκκινης σελήνης την σαγήνη,
που αρμόζει αναντίρρητα σε χτήνη.
Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΗ ΡΑΦΗΝΑ
Του Νίκου
Περδίκη
Αρχάγγελος εφάνη στο κατώφλι,
των εγκοσμίων σπάζοντας το τσόφλι
και γύρεψε καφέ, ρετσέλι σύκο:
«Κερά να συστηθώ…Με λένε Νίκο».
«Καφέ και ναργιλέ στο καφενείο
και σπάσε πριν τα πάρω στο κρανίο
και φτερικό σου ντιπ τσουρομαδήσω…
Αργώ Νικιό θαρρείς να σε γιαχνίσω;»
Και κίνησ΄ο Αρχάγγελος προς Λούτσα,
με ώτα επί των ώμων κούτσα-κούτσα.
Μεταφυσική δι΄ αρχαρίους
Η προσευχή για τον δειλό
και το κερί για κόρη,
ποδάρια που΄χει πήλινα,
το φύλο της σε ζόρι.
Όσο για με πορεύομαι,
γρικώντας τις καμπάνες,
ανάσταση να τάζουνε
εκ κλίνης, στις πουτάνες.
Ι.Σ Μπαχ
Διακόσιες οι Καντάτες, τόσα Πάθη...
Χριστός Σωτήρ αλί δεν εθεάθη.
Τον Κάντορα προσφώνησε σκουλήκι:
«Τέτοιο χοντρό περίμενες καζίκι
Σεβαστιανέ; Οι κόποι σου χαμένοι.
Όλα για΄να πουκάμισο, μια Ελένη.
Το έργο σου προς πλάσμα φαντασίας.
Ζωγραφιστός καμβάς είν΄ο Μεσσίας».
«Οι νότες μου σηκώσανε θρησκεία
και για τον πονεμένο κατοικία.
Μπορεί ο Ναζωραίος spleen και ψέμμα,
μα μια μου Λειτουργιά του δίνει αίμα».
Διακόσιες οι Καντάτες, τόσα Πάθη...
Ο Άδης ο πικρός δεν
επικράνθη.
Πλην βάζοντας τον δίσκο να γυρίζει,
θωρώ τον λιγουλάκι να τρεκλίζει.