Σαββόπουλος
Ως νουνεχής αριστερός,
(ας κρύψω θυμηδία),
στον Μάρξ κλαρίνο σα δε θες
Σαββόπουλου κηδεία...
Σύντομο σκετς
Παλαιός μηδέν χρωστάει,
μέρες για την πάρτη μου,
πλέκω προσευχές, γελάει
πίσω από την πλάτη μου.
Δεν με πιάνει θεωρία,
όλα φουλ ακάλυπτα,
κατηφόρα η πορεία,
έτσι απροκάλυπτα.
Ένας μπαίνει, άλλος φεύγει,
παίγνιο να γίνεται,
άλλοι μόνοι, άλλοι ζεύγη,
κι ο Θεός να ξύνεται.
Σ΄όποιο φίλο πλησιάζει:
"Φασκελοκουκούλωστα"
λέγω. Γκάζι, κάμε χάζι
Χάροντα και βουρ στα οστά.
Μιά πνοή, κλωτσιά και φεύγω,
είναι σκετς μου σύντομο,
ίδιο ακριβώς με το έργο
Νέστορα πολύτομο.
Ψυχούλα
Ψυχούλα ξέφτι ξαγρυπνά,
χρόνους σαράντα τώρα.
Στέκει ομπρός σου ιδέστηνα,
γυμνούλα μες στη μπόρα.
Τα ρούχα της επούλησα
κι αγόρασα ρεμέντια.
Μιά ρόδα ήμουν! Τσούλησα
με καύσιμο αψέντια.
Πως πέρασα μην τα ρωτάς!
Κοντά στο νου κι η γνώση.
Με πέτρωσε ο έρωτας,
κι η πίκρα του η τόση.
Πολλά δεν έχω να σου πω
και πάγω όπως ήρθα,
κι ας ζω πάντα σε σούρουπο,
αγκαλιαστός μ΄ αγκίθα.
Ο Κάϊν στις Πόλεις
Γυμνίτης ξημερώθηκα σε λούνα-πάρκ της θλίψης,
αστέρι συλλαβίζοντας με τ΄όνομα "Θαβώρ",
συνηθισμένος μιά ζωή να νταγιαντώ εκλείψεις,
τι κυάλι μου επιγραφή απάνω είχε "Tavor".
Κι ήταν η ρόδα στρόγγυλη σα τύψη που πεθαίνει
σε μια φραγή της αορτής, το τούνελ ανοιχτό,
μόνο που δεν οδήγαε σε βυζαρού Ελένη,
παρά σε τρόμους άφθορους και βδέλυγμα πηχτό.
Σουγιάς στ΄ανταλλακτήρια δε φτούραγε μιά πένα,
και το παλιό παράπτωμα σε φόντο δειλινού,
δυσοίωνα κροτάλιζε στου Άθω τα στραμμένα
προς μια Εδέμ- Μητρόπολη με σχήμα αχινού.
Κι ιδού εγώ ο παραγιός της συμφοράς!.. Εντός μου,
ο Βελζεβούλης έστηνε σκηνή του και μονιά,
κι ένα σταυρό από πλέξιγκλας στ΄αλώνια του Ευόσμου,
μ΄ επιγραφή ελληνιστί: "Δότ΄εύγε του Φονιά"...
Ένας Γραικός στη Λισαβόνα
Η θάλασσα του Πάδου με ξεκλήρισε,
με κόψανε του Μπέλεμ τ΄αγκωνάρια,
και ξάφνου σκύλα μαύρη με μυκτήρισε
η Άτροπος, ζεμένη πέντε ζάρια.
Ωχρός στου Ιωσήφ τα χοσπιτάλια,
νυχτερινό ευχήθηκα τυφώνα,
σπασμένα δέντρα, τζάμια και πηδάλια,
και θλίψη γενική στη Λισαβόνα.
Νικώ θα με νικήσουν; Τι μου έγραψε,
μιά μοίρα ευεπίφορη στο δράμα;
Με γύψο αλμπάνης κόκαλα μου έρραψε,
πλήν άφηκ΄ ανοιχτό το μέσα τραύμα.
Και τώρα κωμικός σ΄επιθεώρηση,
που θρόμβος ετοιμάζεται να κόψει,
παράτονα σαλπίζω υποχώρηση,
λεπίδας ατενίζοντας την όψη!