Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014


Στη  Πόλη των Ψυγείων

 

Ξημέρωσε στη πόλη των Ψυγείων.

Τα τρόφιμα, εν τάξει μας καλούνε

στης μέθεξης τη  στύση. Τι λαλούνε

οι κύνες,  μες στο τραύμα και το πύον;

 

Διαλέξαμε σωστά εμείς το δρόμο.

Γαστέρα και ορθό η πλάση όλη.

Γιομάτο φτάνει να χεις πορτοφόλι

και πνεύμα βολικό και γαλαντόμο.

 

Ξημέρωσε στην πόλη των Ψυγείων.

Τους θερμοστάτες στρέψτε βία  δύο.

 

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014


Ενύπνιο B

 

Φωνές από μετάξι μες στη νύχτα:

«Της πλήξης το κεφάλι με φαλτσέτα

κάμε ψυχή και κόψε». Μια ρετσέτα

στη φρουτιέρα αφημένη, μια σφυρίχτρα.

 

Μουσκίδι στον ιδρώτα. Νεκροκέρι

σαν την Κραυγή του Μουνκ. Δεινών σωρεία.

Οι Φρύνες μου γυμνές σε μαυσωλεία,

μου στήνουν Αυγουστιάτικα καρτέρι.

 

Στις Θήβες με γανιάσανε τ΄αηδόνια:

«Σύννεφο συ με τρύπια πανταλόνια».

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014


Στην Ατόλη


Στ΄ άγονα νησιά του Παραδείσου,

ότι κουβαλάς πατρώο γδύσου.

Έφτασ΄ο καιρός, ο γυαλιστερός,

κίναιδοι να κυλιστούν μαζί σου.

 

Μια πιρόγα μπάζει λησμοσύνη.

Έχει μπάρκο την κυρά-Φροσύνη.

Σάβανο νερό. Σπάσε το φτερό.

Μόνο έτσι θε να βρεις γαλήνη.

 

Παίδες ευλογούνε τις ανέσεις.

Δόντια έχεις όλα να τ΄αλέσεις.

Φάρμακα πικρά, σύμβολα λυγρά,

σαν ανελκυστήρας. Θα πονέσεις

 

μέσα στων αστών τις ακροπόλεις.

Δες περνάει πάλι ο Παγοπώλης.

Τι να θυμηθείς; Βράδιασε νωρίς,

στην αρμύρα τούτης της ατόλης.

 

 

 

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014


Που Θειάκι;

 

Τα σφαγμένα χείλη μιας μητέρας,

κάνουν προσευχή σε κάποιο Τέρας.

Τρούλος σκοτεινός,  Αιμυαλούς ληνός.

Θάνατος και μόνο ότι  γέρας.

 

Κίτρινα λαμπιόνια ξεπλυμένα,

φέγγουνε παράξενα θλιμμένα,

πάνω σε γιορτές, μέσα απ΄αορτές.

Θα τα βρει ξημέρωμα καμένα.

 

Με τυφλού μπαστούνι τριγυρίζω,

στα παλιά λημέρια και σφυρίζω.

Ποιος ν΄αντισταθεί δίχως να χαθεί;

Τρίστρατα με λάβδανο ραντίζω.

 

Ένα με σταμάτησε αυλάκι.

Μου΄ βαλε η νοτιά κασκόλ, σακάκι,

γάντι ασορτί. Έρχομαι πεζή.

Δύσκολο πολύ να βρεις το Θειάκι.

 

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014


Ονομαστική Εορτή

 
Στιβάλια θα φορέσω του θανάτου,

χλωμές να σεργιανίσω γειτονιές.

Μαντρότοιχοι παντού και κλειδωνιές

και χρόνος με χυμένα τα μυαλά του.

 
Πρωτοχρονιά της παγωνιάς τα μύρα,

στα κόκαλα μου σπέρνουν συμφορά.

Ανύποπτο με στρίμωξε η φθορά

και των προγόνων η τριζάτη ψείρα.

 
Η πρώτη μου αγάπη λιθιασμένη.

Η δεύτερη για βάραθρο τραβά.

Παγαίνω όπως-όπως στα στραβά,

με τη  τυφλοψυχή  κατασκιαγμένη.

 
Θα βάλω το παλτό που λέγουν πλάνη

και της φυγοδικίας το κασκόλ,

ανήμερα του Αη-Γιάννη  μες στο χολ,

τους γύψους να θαυμάσω στο ταβάνι.

 

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013


Il ritorno d΄ Ulisse in patria 

 Μια δεσμίδα φως: ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΕΙ.
Το σκουλήκι μέσα μου θεριεύει.
Κι απ΄ τις  Κυριακές τις ιδανικές,
απομένει των Παθών η χλεύη.

Βάμμα ιωδίου και βαμβάκι.
Πηνελόπη  χάρτινο γεράκι,
τόλμη στη ματιά, πάγο στη καρδιά,
σαν με κατεβάζουν στο χαντάκι.

 Άγονα νησιά, φρυγμένες πόλεις.
Χάθηκα στο κύμα της ασβόλης.
Μέθυσα κρασί, δάκρυ θαλασσί.
Ένας ρημαγμένος Αποστόλης.

 Της Πρωτοχρονιάς τα σάπια δώρα,
άνοιξα και βγήκα  μες στην μπόρα.
Πλοίο της γραμμής.  Ούτις και Κανείς,
χαψωμένος  σ΄ άσπρη νεκροφόρα.






Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013


Πρωτοχρονιά 2014

Με τις τσέπες μπαγιάτικο κόλλυβο,
περπατώ στης Αθήνας το λώρο.
Σαν το θες μακιγιάρεις τον Όλυμπο,
να θυμίζει γνωστό δικηγόρο.

 Της ελπίδας που πήγε η δίεση;
Των ανθρώπων που έδυ το κάλλος;
Τώρα πια  φυγοδίκων αλίευση,
και στ΄αυτόφωρα βρώμα και σάλος.

Τα χωνιά περιγράφουν το κίβδηλο.
Με στρυχνίνη ποτίζουν μητρώα.
Ο αιώνας καπλάνι  θρασύδειλο,
σε φονιάδες σηκώνει ηρώα.

 Στης καρδιάς το κονάκι μεσάνυχτα.
(Ένας κούκος δεν φέρνει τα φώτα).
Με παντζούρια στις λύπες ορθάνοιχτα,
έχω βάλει για θάνατο ρότα.


Και σαλεύουν σταυροί σαν αντίσκηνα,
στο ραγιάνι της κίτρινης πόλης.
Τι Αθήνα, τι Ρώμη, τι Πρίστινα;
Παντού στέκω θνητός Αποστόλης.