Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015


Του Πύργου
 
Αποτέλεσμα εικόνας για explosion paintings
Του Πύργου θα πυρώσουν τα μεριά,
μια νύχτα που τ΄αστέρι γελασμένο
από Νοεμβριανή καλοκαιριά,
τον σκύλο θα γυρεύει τον δαρμένο

που ΄χει το νου στις σούρες. (Βιβλική
κατάρα, δεκατρείς μετά την Πέμπτη).
Εκεί κουτσό σκαμνί, εκεί συκή,
σχοινί εκεί και θραύση του καθρέπτη.

Ο Θάνατος θα έχει νικηθεί
με νίτρο, μπαταρία, γλυκερίνη.
Της γέννας ο χρησμός έτσι λυθεί,
τον τρόπο βρίσκει σώματα να γδύνει.

Του Πύργου θα πυρώσουν σιδεριές
υψώνοντας ψυχές σε τόπο στείρο.
Κατάφορτες στην Πνύκα οι ελιές,
που τ΄αληθές θα νοιώσουν ground zero.

 

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015


Προτροπές
Αποτέλεσμα εικόνας για ruins of Athens paintings
Την Όλυνθο γκρεμίστε με μπουλντόζα,
τις μνήμες παραχώστε με μπετό
και καθ΄αυγή σαν είναι βολετό,
μια selfie κυνική μ΄ολίγη πόζα.

Να ΄χουν να σας θυμούνται οι αιώνες,
επίγονοι ν΄ανάβουνε κερί,
σε μπαρ, σε ψησταριές, σε ουζερί,
που ρίξατε κολόνες στις κολόνες.

Ωτιά όλο κερί στις νουθεσίες.
(Τα λόγια του ανέμου, περιττά).
Τώρα Θεσμοί τυραννικοί, Δ.Ν.Τ
και «Φάρος» για μοντέρνους Τειρεσίες.

Την Κόρινθο λιανίστε. Την Αθήνα
πετάχτε την σα λέσι στο Σχιστό.
Τον νου σας στη γαστέρα, στο μισθό
και στον «Γρηγόρη» πριν την Ελευσίνα.

 

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015


Γερνάς Ελλάς
 Αποτέλεσμα εικόνας για Munch paintings
Γερνάς, με την ανάσα των προσφύγων
στο σβέρκο σου. Προς θάνατον ορμή
κατέχει σε. Δες πύον στη τομή,
που χάραξε ο Άρτιος και Λήγων;

Αστήρ εξαντλημένος σε προδίδει,
σα παίρνεις βακτηρία και πατείς,
Κηδαθηναίων βράδυ Κυριακής,
φορώντας από νίκελ  δαχτυλίδι.

Γερνάς και τ΄ασβεστώματα των τοίχων
μαδάνε φως: «Σιγά μην και κλαφτώ;
Ήταν κισμέτ μαθές να φαγωθώ,
από λυκοαγέλη τυμβωρύχων»,

φωνείς μα ερημιά σε ζαντουχώνει,
λαλείς μα του Ζακχαίου το δεντρί,
βυθίζει μες στο αίμα σου κεντρί,
και που Ελένη, που και Περσεφόνη;

 

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015


Έκθεση Ζωγραφικής
Αποτέλεσμα εικόνας για Munch self portrait between clock and bed
Ανάμεσα ρολόγι και κρεβάτι,
ο Munch αγκομαχάει σοβαρός.
Χλωμιάζει κι όλο φθείρεται το φως,
μαζί μ΄αυτό  κι η κάθε μου απάτη.

Στα δώματα κοράκια πεινασμένα,
ραμφίζουν το συκώτι της σιωπής.
Βαρύς ανεμιστήρας οροφής,
τα χρόνια στροβιλίζει τα χαμένα

κι ότι θαρρούσα μόνιμο, Τι στείρα
χωράφια; Πόσα δύσπεπτα  χωριά;
«Funeral Blues» μισή παρηγοριά,
άλλη μισή σονέτα του Φιλύρα.

Ανάμεσα σε πέτρες και γιοφύρια,
εγώ τούτης της Πλάσης  η  «Κραυγή» .
Μα έρχεται, ζυγώνει χαραυγή,
να ρέψουν των τρελών τα πανηγύρια.

 

 

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015


Ψηλά σηκώστε μάστορες τη σκέπη
Αποτέλεσμα εικόνας για tall grave  paintings
Ψηλά σηκώστε μάστορες τη σκέπη,
καντάρια δώστε πίκρα του Μαυσώλου
κι απάνω στη λευκότητα του θόλου,
καθείς τ΄ονοματάκι μου ας βλέπει,

μέσα σε μια κορνίζα κλασικούρα
με γράμματα φαρδιά πλατιά στρωμένα.
Της κρύπτης τα πορτιά μανταλωμένα,
μη τύχει κάνα κουτσαβάκι σούρα,

τη μύτη μου και σπάσει σα μολύβι
για πλάκα η σκοπίμως. Πάρτε μέτρα,
βολέψτε όπως κι όπως και μια χέστρα.
(Να χω στον τάφο μου w-c με θλίβει,

μα εν ανάγκη όλα τα υπομένω).
Μέλημα πρώτο επισκεψιμότης.
Δημότης μια ζωή Αλωπεκιώτης,
τιμή σας κάμω γύφτοι που πεθαίνω.

Ψηλά σηκώστε μάστορες τη σκέπη.
Γιατάκι δικαιούται και η χήρα.
Σε λίγο που η πένα, που η λύρα;
Καιρός για Μπάρμπα Μπεν, ουρί, σαλέπι.

 

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015


Ένας Θρακιάς
Αποτέλεσμα εικόνας για θεόφραστος τριανταφυλλίδης
Ένας Θρακιάς μεσάνυχτα θα σκύψει,
πάνω σε σώμα χωρισμένο από ψυχή,
να κλάψει γοερά, ν΄ανάψει τύψη,
κόρη να φθείρει λυρική που δυστυχεί.

Κι εγώ σα ναυαγός της επαρχίας,
υπαλληλίσκος τυλιγμένος το παλτό,
τους τίτλους θ΄απαιτήσω της βακχείας,
από τα κόκκινα τ΄αυγά του Λιναρντό.

Η πιο μικρή των κάμπων παπαρούνα,
γονατισμένη μπρος σε γύμνια Παναγιάς,
με ματωμένη θύμησες τη γούνα,
μια προσευχή θα καμωθεί Πρωτομαγιάς,

ενώ Θρακιάς μουρντάρης θα με σέρνει,
προς την ακτή τη γλιστερή του Βελζεβούλ.
«Τι με διώκεις ως εδώ στη Λέρνη,
Γιάννη -Αγιάννη βαπτισμένε και Σαούλ;»

 

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015


Ξενύχτησα
Αποτέλεσμα εικόνας για kokoschka paintings
Ξενύχτησα στη θύρα σα σκυλί,
που μένει να προσέχει ένα πτώμα.
Στη τσέπη μου σφουγγάρι και μια γόμα,
στα χείλη μου των άστρων η θηλή.

Το τρένο των οκτώ. Λίγος ατμός
κι αθάνατο νερό σε παγοκύστες.
Γιομάτοι καφενέδες από  μύστες,
μα που παρηγοριά και καθαρμός;

Τ΄αστρί της τραμουντάνας φθισικό,
απάνω σε κλινάρι να πεθαίνει.
«Για σένα», μου ψιθύρισες, «πια ξένη,
παντέρημο χωριό κι αερικό».

Ξενύχτησα με μάτια μου κλειστά.
(Σπασμένη τζαμαρία μες στο στέρνο).
Εκείνο ας προλάβαινα το τρένο
και χάρισμα της χρόνων τα  μιστά.