Κυριακή 26 Απριλίου 2026

 Υπόμνημα

Σκληρός ο Λόγος κι ένα σύμπαν χαμοκέλα,

ραίνει σοβάδες  της ψυχής μου την Τορά

χρόνους εξήντα τώρα. -Γεύσου καραμέλα,

τη ζυμωμένη δάκρυ, κόπους και  φθορά!


Πια δε μου πρέπουν χαραυγές... Έχω ξεμάθει

την ομορφιά κι ότι γουργούριζε παλιά,

μέσα στις φλέβες τις χλωρές. Το κατακάθι,

κάποιος περίτεχνα μου φόρτωσε ζαλιά.


-Δίφραγκα τέλος... Ο εισπράκτορας γαυγίζει

και δίνει σπρώξιμο σε στάση βορεινή.

Γεθσημανή... Άχου ζημιά, σάρακας τρίζει!

Σκαμνάκι, γάντζος,  τ΄απαραίτητο σχοινί


πως συνωθούνται κι είναι η ώρα η ενάτη,

κοράκια κρώζουν εν χορώ το nevermore,

πάνω λιπόσαρκη πλαγγόνα η Εκάτη,

κάτω εγώ που΄χω τον θάνατο για σπορ.





Σάββατο 18 Απριλίου 2026

 Μισή Ανάσταση

Με το <<Δεύτε λάβετε>> άναψα τσιγάρο

και βαρύς κινήθηκα για τους Ουρανούς,

σα μαζέτας, σα ψωριάς σέρνοντας το κάρο

φορτωμένο κήρυκες λύτρωσης  βραχνούς.


Μιά μισή Ανάσταση ήταν και για μένα,

δίχως τα μεγάφωνα στη Καισαριανή,

με τα χέρια πίσω μου σύρματα δεμένα

και στα μάτια κόκκινο πήχες δυό πανί.


Αχ ρημαδοκότετσο, άχ ληστών ξωκλήσσι

και μηρών το σύμπλεγμα πέρα στη Κανά,

ένας γάμος μυστικός, μιας νυχτιάς γαμήσι

κι ύστερις ανάκατα χήρες κι ορφανά.


Έτσι δεν περίμενα, είχα την ελπίδα

πως κερήθρα θα ΄τανε μόνη μου τροφή.

Πόσο πια γελάστηκα; Έστριψε η βίδα

και με μιάς κατέρρευσε δώμα κι οροφή.


Με το <<Δεύτε λάβετε>> χάραξα πορεία,

στρέφοντας το ρύγχος μου προς τη μέσα γη,

των Αγίων <<Ωσαννά>> πλάνταξε η  χορεία,

κι όλα ξάφνου εσαεί θέσανε  φραγή.






Κυριακή 5 Απριλίου 2026

 Η Κουκουβάγια

Στο παρεθύρι χούγιαξε,

γλωσσού μια κουκουβάγια,

σταλμένη λες από Θεό:

<<Πάρε διαβόλι βάγια>>


κι άλλα πολλά ως την αυγή

λογάκια ζαβωμένα,

μου ΄σουρνε σα δασκάλισσα...

Τι βρήκε δα σ΄εμένα,


σκάρτο, φυρό, παράταιρο

και μ΄έβαλε σημάδι;

Να εννοήσω δεν μπορώ...

Μα ΄χω τον νου ζαρκάδι


και τα στρεβλά μου σώψυχα,

ταχιά γυρίζω σ΄άγια

και βάγια που μου πέφτουνε:

<<Ζαλώσου κουκουβάγια...>>


Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

 Στον Καθρέφτη

Κοιτάξαμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη...

Ένα χαμόγελο αχνό σαν υποψία

παλιού εγκλήματος,(μαϊμού η νεκροψία)

κι ατάλαντου μια ζωγραφιά τίγκα στο νέφτι.


Ένα παιδί κάποτε είχαμε υπάρξει,

τώρα μια σάπια διαδρομή ενός πληβείου,

από πλατεία Ομονοίας  στου Θησείου

τα σουβλατζίδικα που λύμη έχει αρπάξει.


Ρυτίδες κάθιδρες στα μάτια ρουθουνίζουν,

ταυριά που γλύτωσαν σφαγή σε μιάν αρένα.

Κάποια ονόματα φθαρμένα: Κάτια, Ρένα

και νέφη πάνω μας  <<ουαί>> να ψιχαλίζουν.


Τυφλός Θεός εντός μας ρίχνει πάλι ζάρι

και μαύρα πιόνια την οθόνη έχει γεμίσει,

από παντού σα Μεσολόγγι έχει κλείσει

το κάθε πέρασμα κι ορμάει να μας γδάρει.


Κοιτάξαμε τον εαυτό μας... Μιαν αλήθεια

δεν διακρίναμε, μια κάλπικη συγνώμη

για της ζωής μας την ημέρα την εβδόμη,

που ήδη σίμωσε και καίει μας τα στήθια.


Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

 Εδώ στου δρόμου

Σαρακοστής απόβραδο χορτάτος καταισχύνη,

προς τα Σεπόλια κίνησα πατώντας μουλωχτά.

Τραυλός απάνω μου Θεός με μάνικα, οδύνη

ως τη ψυχή με μούσκευε χωρίς να μ΄αποχτά.


Μποτζάριζα, μουρμούριζα: <<Τί έχω να κερδίσω;

Στιχάκια μόνο κάλπικα σ΄ακρογιαλιές κωφών.

Ίσως πολύ καλύτερο, μονάχος μου να δύσω,

πιατέλες πίσω στέλνοντας ουράνιων τροφών>>.


Βρισκότανε κι ένα παιδί λερό από τη σκόνη,

χρόνου που το σακάτευε σα  πνεύμα σκυθρωπό.

Απόστρεψε τα μάτια του: <<Κανείς δε σε σκοτώνει...

Ατός και μόνος σούρθηκες  σ΄αυτή  τη στενωπό.


Τσίμπα λοιπόν κομμάτια σου και ΄πέστεψε στο σπίτι

που για τα σε ορθώθηκε πριν λάβεις τη ζωή.

Γκαβά καλά σου άνοιξε  στα Ρώ σαλέ του Ελύτη...

Και στα μισά της διαδρομής ακόμα είναι πρωί>>.


Έτσι μαθές συμβούλευε... <<Το κέρδος σου σαρίδια,

περνοδιαβαίνοντας στρατιά σαν άνεργος γραφιάς>>.

Γύρισα σπίτι μου... Παντού μαρμάγκες, μύγες, φίδια

κι άπλωσα δις οινόπνευμα γλαυκό της ξυραφιάς.



Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

 Η Ποίηση

Η Ποίηση μπιζέρισε τις λέξεις

και κίνησε μονάχη προς τη δύση,

κι εμέ που όλοι λέγανε πως κλίση

στο στίχο έχω, βάλε να εμπαίξεις.


Οι ρίμες προδοθήκαν από Χίτες,

και χάσανε αυγά τε και πασχάλια.

Μέσα λοιπόν καπλάνια τα κεφάλια,

μύριες οι Ποιητές αντέχουν ήττες.


Ένα μονάχα πράγμα δεν αντέχουν.

Το θάνατο σαν κουρταλεί τη θύρα,

στιχάκια τους ν΄αφήνουνε στη χήρα,

κι αυτοί για τα Ηλίσσια να τρέχουν.


Οι έρμες τι να κάμουν τα στιχάκια;

Καλύτερα μια σύνταξη τους πρέπει.

Εχθρό τους τώρα έχουν τον καθρέπτη

κι αυτόν τον υπερόπτη, τον ψυχάκια.


Η Ποίηση σιχάθηκε τους πάντες,

βάλτε συντρόφοι  τώρα που γυρίζει...

Απόκαμε η δόλια να μας χρίζει,

και μπαίνει (αλάργα μάγκες) με τις μπάντες.

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

 Επιστροφή

Τον Άγγελο μου χώρεσα στου κήπου το πηγάδι

και κίνησα μια χαραυγή για των Τεφρών τη χώρα,

όπου σαλπίζουνε βραχνές τρομπέτες και κοπάδι

ψυχές απά σε σύρματα τανιούνται αλγοφθόρα.


Από την τρύπια τσέπη μου φανέρωσα ένα σπίρτο,

και σκότη γύρω φώτισα με σκότος που ΄χα μέσα

στα σωθικά. Και θέριεψε αξάφνου θέρος- πυρ. Το

πράσινο ρίγος των  νερών ομπρός μου κι έγια-λέσα.


-Πάρ΄οβολό που μου ΄βαλε τ΄αδέρφι μου στο χέρι,

και δώκε εισιτήριο Βαρκάρη  να΄χει μπέσα,

τι ΄κεί που πάγω δε φτουρά λιγνό μελισσοκέρι,

μόνο Θεών γραμμάτια ληκτά και νιτερέσα. 


-Γύρισε πίσω άκαιρε, για σε δεν έχει τόπο...

Μονιά σου ακόμα η ζωή  όσο στραβή κι αν στέκει.

Ξέρω, σε βάζω σε φρικτό παράδρομο και κόπο...

Στάσου στον όχτο νουνεχώς... Μη μου γαμείς το πρέκι!


Κι έτσι στα πρώτα βρέθηκα, τον άγγελο ξεθάβω

κι από τη μέση άδραξα ζωή που΄χα αφήσει.

Οι φίλοι με πειράζουνε: <<Ξεγλίστρησες τον κάβο>>,

μα εγώ απ΄όλους πιο καλά γνωρίζω που΄ναι η  Κρίση!