Τζιακομέτι
κι ένα φθηνό ποτήρι μποζωλέ,
βαστώ αντίς πινέλο μια στλεγγίδα,
για ν΄αμυνθώ του χάρου το βολέ.
Κι εγώ σα μια μωρά στέκω Παρθένος,
μες σ΄ατελιέ πατόκορφα θαμμένος.
μες σ΄ατελιέ πατόκορφα θαμμένος.
Νυχτώνει άλλη μια στις μητροπόλεις,
σκορπίζοντας τους γάτους στη σκεπή.
Οσμή κάπου ανδρίζεται φορμόλης,
και πλήττει θυμικά επιρρεπή.
σκορπίζοντας τους γάτους στη σκεπή.
Οσμή κάπου ανδρίζεται φορμόλης,
και πλήττει θυμικά επιρρεπή.
Στους υπονόμους σέρνομαι ποντίκι,
με πληρωμένα έρωτα και νοίκι.
με πληρωμένα έρωτα και νοίκι.
Τώρα πηλός το νου μου δεν ευφραίνει,
Τέτοιον Θεέ δεν γύρεψα λαχνό.
Να ζωγραφίσω πως μπορώ με βλέννη,
που είν΄το κιαροσκούρο τόσο αχνό;
Τέτοιον Θεέ δεν γύρεψα λαχνό.
Να ζωγραφίσω πως μπορώ με βλέννη,
που είν΄το κιαροσκούρο τόσο αχνό;
Ποιός θέλησε τον βίο που μ΄ενδύεις;
Αλμπέρτο Τζιακομέτι,
εν Παρισίοις.
Αλμπέρτο Τζιακομέτι,
εν Παρισίοις.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου