Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012


              ΕΠΤΑ ΠΕΠΛΑ

 

Επτά τα πέπλα τόσοι κι οι καημοί

που στοίχειωσαν τα μέσα μου ερείπια.

Σα κύμα η πλησμονή φουσκώνει, χάνεται

ξεπλένοντας δυσοίωνα ενύπνια.

 

Τρελό το πρώτο αηδόνι, ενοχλεί

τις νύχτες μου. Κερί στάζω, ξοφλάει.

Μονάχα ενός λεπτού σιγή και άξαφνα,

ο Μέγας Παν καλάμι αχολογάει.

 

Στα φιλιατρά τοκίζω τον καιρό,

στα γκρέμνα στήνω γέφυρες. Αρνιέμαι

αιώνων καταισχύνη, βίο ανέραστο

και δείλι με τον Πλάτωνα τα λέμε.

 

Επτά τα πέπλα, γύμνια Βιβλική,

Σαλώμη μ΄ιδρωμένο εφηβαίο,

στα χέρια της αφήνω το κεφάλι μου,

απ΄τον στραβό μακραίνοντας Θηβαίο.

 

 

         Ουράνιος Κήπος

 

Ο θάνατος με τρέφει και οι τάφοι

όμορφο σκηνικό κάποιου θεάτρου.

Λυγίζω από τα βάρη του αοράτου,

μια θέση ζητιανεύοντας στο ράφι

 

της Ιστορίας, της μεγάλης Πλάνης

που γέλασε πολλούς πριν από μένα.

Ελπίδες ψεύτικες του χρόνου η καδένα

μου επεφύλαξε. << Μονάχα μην πεθάνεις

 

πριν σε προλάβει το φρικτό το θέρος,

ο ιδρώς, η νοσταλγία, το κουνούπι.

Μείνε εδώ και μη κουνιέσαι ρούπι>>.

Προστάζει στανικά ο μέγας Γέρος.

 

Δεν θα του κάμω αυτή τη μαύρη χάρη.

Φαντάσματα δεν είχα για παρέα

ποτές, κι αν πέφτει πρόωρα η αυλαία,

είναι γιατί νοστάλγησα φεγγάρι

 

και μ΄ένα λάζο λίγο-λίγο φθείρω

της μαριονέτας τα ισχνά σπαγγάκια.

Κάλλιο να με μαζεύουν στα παγκάκια

παρά το ριζικό μου να οικτίρω.

           Εδώ Αθήναι

 

Ο τάφος μου μπαούλο του Πεσόα,

γιομάτος ναφθαλίνη και χαρτί.

Στης θλίψης τ΄ανορθόγραφα μητρώα,

γραμμένο με μολύβι πως φθαρτή

 

η λύρα των Ελικωνίδων είναι

και γκρέμια τα ιερά τους τα σεπτά.

Φωνή που αλυχτά, <<Εδώ Αθήναι>>,

ορίζει της ζωής μου τα λεπτά.

 

Δεν έχω κάτι για να περιμένω

εκτός από θανάσιμα ταγκό.

Βαστώντας ένα μήλο δαγκωμένο,

πασαλειμμένος έλαιο τσαγκό,

 

σ΄άνισο αποδύομαι αγώνα,

απάνω στ΄αλωνάκι του Υμηττού.

Δαυίδ κατησχυμένος τη σφεντόνα,

στρέφω κατά του Μέγα Δωρητού.

 

 

      Ο Ήχος του Κώδωνος

 

Του Κώδωνος ο ήχος κάθε βράδυ,

απρόσκλητος μολύνει τα όνειρα μου.

Τύψεις μιλεούνια ως κόκκοι άμμου,

βοούν: <<Μη ζεις ζωή δίχως ψεγάδι>>.

 

Αυλαία  πορφυρή πια δεν ανοίγει.

Το Θέατρο αργεί κι ο Θεατρώνης,

δεσμώτης της πιο βέβηλης ραστώνης,

τη λύπη στο κρασί μαζί μου πνίγει.

 

Χάσμα σεισμού ξοπίσω μου και μπρος μου,

από τες λιόλουστες βδομάδες με ξεκόβει,

δείχνοντας δόντια κοφτερά θηρίου.

 

Γαλβανισμένη μου ψυχή μ΄ άρωμα δυόσμου,

το χέρι πάρε π΄ άπλωσ΄ η Νιόβη

και γύρισε στη στάση του Εμβρύου.

          Νεκρόδειπνος

 

Βγάλε κυρά κρυστάλλινα ποτήρια

κι ανέβασε κρασί απ΄το κελάρι,

σπρώξε σκαμνί γερό του Μακελάρη,

ότι νονός κι εμείς τα βαφτιστήρια.

 

Πάρε λαλούμενα και δώκε διάτα

έναν  παλιό σκοπό απ΄την Ασία,

να φτάσω θέλω στη Αχερουσία,

απ΄την παλιά, τη σκονισμένη στράτα.

 

Στείλε να έρθει κάθε πικραμένος,

μ΄αγάπη στις γοργές αναχωρήσεις.

Το έχει μου σε δαύτον να χαρίσεις,

που θα σου μοιάσει ήδη αποθαμένος.

 

Αγάπη μου στερνή εσύ και πρώτη,

το παρελθόν σαν άχθος ξεφορτώσου

και σα τελέψουν όλα παραδόσου,

στα χάδια κάποιου άλλου πλειοδότη.

 

 

 

 

 

 

 

 

     Γολγοθάς επ΄άπειρον

 

Γονάτισα. Σταυρός από μπετόν

κι ο τάφος μου κλουβί δεν θα χωράει.

Ο Σίμωνας διπλά με χαιρετάει,

χαλώντας τ΄όνομα μου μ΄ασετόν.

 

Οι φίλοι μυξοκλαίνε μα περνούν.

-Ένας δειλός στους τόσους παραπάνω.

-Δεν θ΄αστοχήσει δα και κάνα πλάνο.

Έτσι κι αλλιώς ταχιά κι αυτοί γερνούν.

 

Του Γολγοθά ο σκύλος αλυχτά,

δείχνοντας μαύρα δόντια στο φεγγάρι.

-Βαρύ Θεέ, μου γένηκες ταγάρι,

θέλησα μόνο πράγματα εφικτά.

 

Τελειώνει η πορεία σε γκρεμό.

Άσχημο να χεις πέτρες προσκεφάλι.

Βαρυστομαχιασμένος Καρναβάλι,

τριχιά σφίγγω τριγύρω απ΄το λαιμό.

 

 

 

 

 

 

 

  Ιάσονας στην αυτόφωρη διαδικασία

 

Στης μυθικής Κολχίδος τα αυτόφωρα,

μυρίζει ανθρωπίλας ανυπόφορα,

καθώς βαδίζω Ιάσονας στη πρέσα,

για κάποιων αλλονών τα νιτερέσα.

 

Το Δέρας το χρυσόμαλλο δεν βούτηξα.

Στη μάνα μου ομνύω τη ξεκούτισσα.

Δικογραφίες σχίστε… Ξεκουμπίδια…

Γαμώ το Φρίξο αντάμα και τη Μήδεια.