Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013


Δελφικό Β
 

 
Τους Δελφικούς μην κρίνεις τους χρησμούς.

(Τα χρόνια θα μας σύρουν στην αλήθεια).

Αρκεί κι ένας ζωμός από ρεβίθια,

να επιφέρει ευαγγελισμούς.

 

Της Φτώχειας τα καντόνια ανοιχτά

για κάτι σαν και μας κοσμοπολίτες,

σαμάνους ποιητές, αρσενοκοίτες,

με ήθη κωμοπόλεων φρικτά.

 

Γεννήματα εμείς των εχιδνών,

μιας μάνας που ξεκλήρισαν οι θέρμες,

ψυχές ανοικονόμητες,  παντέρμες,

παλιόψαθες υπάρχουμε Εθνών.

 

Τους Δελφικούς μην κρίνεις τους χρησμούς.

Γερμένη στο θρονί της η Πυθία,

μοιράζει σουϊπστέικ και λαχεία

και  στέλνει ομαδόν για υποκλυσμούς.

 

 

 

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013


Νύχτα Καλοκαιριού

Θρασομανά στο ύπνι μου ραγιάνι.

Σηκώνω το σεντόνι ως τ΄αυτιά.

Κάποιος μου ψιθυρίζει: << Ρεματιά,

τον βίο σου θα κόψει, τάλαν Γιάννη>>.

 

Με κυβερνούσε πάντα μια ραστώνη.

Τώρα δεν έχω τόπο. Προσευχές

κομμένες. Τέτοιας φύσης προστυχιές

μακριά. Τι δα φοράω παντελόνι;

 

Γλυκιά η ρεματιά, γητειά  η τάφρος.

Απόφαση τα πάντα στη ζωή.

Τι κι αν αποδυθώ σε συλλοή;

Σε κάθε μουστερή, ρεγάλο  τάφος.

 

Θρασομανά στο ύπνι μου Βαρδάρης.

Τι γύρευα μαθές κλιματισμό;

Με σάρκινο θα βγω ιματισμό,

ακόμα και στον θάνατο κιμπάρης…

 

 

 

 

 

 

 

 

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013


50 Χαϊκού



1.Γάλα φαρμάκι

της Κίρκης. Ξημέρωμα,

κλέφτης θα φύγω…

 

2.Νεκρό ξεθάβω.

Με συντρέχουν κοράκια.

Θα χουνε λόγους…

 

3.Βασανίστηκα,

γη χέρσα οργώνοντας,

για ένα στάχυ…

 

4.Το φερέφωνο

των χολωμένων Μουσών

εγώ. Για πάντα…

 

5.Γερνούσα μόνος,

στη Μπενάκη πίνοντας,

πίκρα φλιτζάνια.

 

 

6.Χαρές δεν θέλω…

Αφέντης, να το ξέρεις,

σημαίνει φίδι.

 

 

 

7.<<Τήρα την ξέρα>>.

Απ΄το καλάθι, φωνή.

Ύστερα μαύρο…

 

8.Κόψε ξυράφι,

τις σεβάσμιες φλέβες

του Γεννήτορος.

 

9.Του Παραδείσου

φθηνές απομιμήσεις

σε γύψο πουλώ…

 

10.Κρύβει στην άμμο

τα βατραχοπέδιλα,

η Ευρυβία.

 

11.Πλένω τα δόντια

τρεις την ημέρα φορές.

Αυτά σαπίζουν…

 

12.Ο δικηγόρος

βαριά. Ετοιμάζεται

για Θεία Δίκη…

 

13.Μητέρα πάψε.

Το που με γέννησες, η

καταδίκη σου…

 

14.Έρχεται βράδυ.

Οι στίχοι ξυπνάνε και

πλένουν τα δόντια.

 

15.Να χειροπέδες

της ψυχής που βάζουν στους

χαροκαμένους…

 

16.Στης Δρακολίμνης

τα νερά θα βαπτιστώ:

Βελλεροφόντης.

 

17.Υψώνω χέρι,

στης Γκαμήλας τη ράχη.

Οι Θεοί νεύουν.

 

18.Το καλοκαίρι,

σαν προσευχή παρθένου

καλά ραμμένης…

 

19.Χάρτινε φίλε,

μια ψιχάλα έφτασε

να ξεθωριάσεις.

 

20.Ψυχή μου κράτα.

Ο Νικολάκης εχθρός

από τους λίγους…

 

21.Ανεμιστήρας

που μάταια γυρίζει

η φιλία μας.

 

22.Ένα τραπέζι

τη φιλία κράτησε

θεονήστικη.

 

23.Φύσα Βαρδάρη.

Την καρδιά μου ξέφτια

εγώ την θέλω.

 

24.Πάντα Κυριακές,

βγαίνει ο πεθαμένος

με τ’ αμπέχωνο.

 

 

25.Φωτογραφική

μηχανή κρατάς φίλε;

Καλό φάρμακο.

 

26.Πως μια σοπράνο

να τα βάλει μπορεί με

γάτες τ΄Αυγούστου;

 

 

 

27.Ο Πατέρας μου

εγώ. Πριν να υπάρξω,

Κόσμον οικούσα.

 

28.Ζαχαρωμένα

τα θέλεις φίλε καλέ

τα καταπότια…

 

29.Θάρρει. Ο σκύλος

της αγάπης ο τρανός,

δεν θα γαυγίσει.

 

30.Τα γεράματα,

ανταπόδοση άξια

στις αμαρτίες.

 

31.Με σακάτεψες,

με το σφυρί το γλίσχρο

της αγάπης σου.

 

32.Νεκροταφεία

θα υπάρχουν όσο, θα

σέρνονται τύψεις.

 

33.Κόκαλα μαύρα

της μνήμης. Σιχαίνομαι

τη δύναμη σας.

 

34.Ο Καρυωτάκης,

πάντα χαμογελαστός

θα μας συγχωρεί.

 

35.Μια Παρασκευή,

την αγάπη χάλασε

με το τακούνι.

 

36.Νυκτός φανάρι,

μακριά την ξέρα κράτα

του Παραδείσου…

 

37.Φιλιά σε όλους…

Στον Πατέρα μην πείτε

τα μαντάτα μου.

 

38.Πόρτες ανοιχτές…

Τα κλειδιά στις τσέπες μου,

καλά κρατούσα.

 

39.Χρονιάρα μέρα,

έλαχε ο θάνατος

να τον ξυρίσει.

 

40.Μ΄εφημερίδες,

τις μύγες ξολοθρεύουν

και με τη Βίβλο.

 

 

 

41.Παραγγέλματα

Δελφικά γευματίζω.

Πώς να πεινάσω;

 

42.Δίχως συγνώμη,

Στα δάση θα πορευτώ

των Αθανάτων.

 

43.Βασανιστικά,

θα κυλήσουν οι μέρες

της ευτυχίας.

 

44.Ήρθες μια βραδιά

γυμνή,  μοσχοβολώντας

παλιό θάνατο.

 

45.Κηδαθηναίων,

κερί  Επιταφίου,

στα ρείθρα στάζω.

 

46.Τυφλό χωράφι,

τα κόκαλα δέχτηκε

της Αντιγόνης.

 

 

 

47.Χόρτασα ποινή

και θάνατο ψημένο

στην Ελευσίνα.

 

48.Μόνο μια λέξη

κι αυτή κιβούρι στενό

στέρνο να πνίγει.

 

49.Ο Μοντιλιάνι,

αψέντι μεθυσμένος,

με κατακρίνει.

 

50.Τρελή Πασχαλιά,

τα καρφιά σου δεν θέλω

τα πέντε. Διψώ…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013


Του Ιουλίου αρχομένου

 

Στης Τύμφης το διάφραγμα μια βρύση,

πενθεί από της γέννας  τον καιρό.

Απάνω μου κατάμαυρο φτερό,

ζυγιάζεται σκοπώντας να με λύσει

 

σε τεύχη. Τα πετρώματα στον ήλιο,

απόγευση χαρίζουν δυνατή.

Ο  Πολικός γλυκά πρωτοστατεί,

στης κρύας προσευχής το περιστύλιο.

 

Ξυπνώ με τον καημό  του Χατζιδάκι.

κουφάρι να γυρεύει δανεικά

καβοκολώνες, άτια, νυφικά

και λίγα από των στίχων μου τα ράκη.

 

Τους παγετώνες βρίσκεις και στη Βόδα.

Φτάνουν με των καφέδων τα νερά.

Τα χρόνια μου ξηγήθηκαν λερά,

γκρεμίζοντας της νιότης την παγόδα

 

εν μια νυκτί. Αλήθεια τι μαράζι,

το βήμα να μετράς προς το γκρεμό;

Μοσχομυρίζουν όλα μισεμό

κι ο θάνατος <<μηλαδελφό>> με κράζει.

 

Στης Τύμφης την δυσοίωνη καμπούρα

υψώνω τη σημαία των χρησμών.

Κάποτε θ΄ανατείλλει εκ δυσμών

για να γυρίσει ανάστροφα η σβούρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Συμπόσιο


Του Λουκά

 Τη καρδιά μου καυσόξυλα κόψε,

να ζεστάνεις ξανά της ζωής σου

τον οίκο. Εμμονές Παραδείσου

επιτρέπονται Φίλε απόψε.

 

Δυνατά Πυθαγόρεια φώτα,

μας μαυρίζουν γυμνούς στις προθήκες

των Όχλων. Έναν σύντροφο βρήκες...

Αναθάρρει καλέ μου συμπότα.

 

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Ο Σώζων Εαυτόν Σωθήτω



Ρίχνω στα χέρια πούδρα περισσή,

τα βάρη μιας ψυχής ν΄ανασηκώσω.

Μου πρέπει λίγο ακόμη να ψηλώσω,

πριν ακουστεί βαριά ή φωνή: <<Τις ει;>>

 

Ζαντούχια με φιλεύει ο Θεός

και πράσινη στον πνεύμονα μου βλέννα,

καημό πολύ για μια πουτάνα Λένα,

τον ουρανό που σκέπει με σκαιός.

 

Κηρύττω επανάσταση λοιπόν.

Πλέον δεν έχω κάτι για να χάσω.

Σαράντα μα κοντεύω να γεράσω,

το λέσι καταντώντας των γυπών.

 

Έτσι, με ξύλα κτίζω του σταυρού,

φτενή φελούκα σάμπως και γλυτώσω.

Η θάλασσα μεγάλη λένε…Πόσο;

Στα μέτρα δίχως άλλο ενός νεκρού.

 

 





 

Ονομαστική Εορτή


 

Έχει στον Κήπο πέσει το σκοτάδι

απ΄ώρα. Γεραρός ο Πατέρας,

στου βίου ηλωμένος το πέρας,

μνήμες φθαρμένες αλείφει με λάδι,

 

πριν τον Αγώνα τον καλό. Μιλώντας

τα ρήματα του Άδη, κουρταλεί

τις πόρτες. Όλα γύρω σα γυαλί

καθάριο.<< Ματαγύρισε ο Λιόντας>>.