Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013


Das Nachtgespenst  

                                       Αφιερωμένο στον  Ν.  Περδίκη    

 

Τις νύχτες που η φύσις ησυχάζει

και κλαίνε τα σκυλιά της γειτονιάς,

ξυπνώ αγέρας, πλήξης ο φονιάς,

τρυπώνοντας στα σπίτια απ΄το περβάζι.

 

Απόψε που θα λείπει κι η κυρά μου.

( Η μάνα της για Κόλαση τραβά).

Δεν ημπορεί να πάει κάτι στραβά.

Να τα καλά και άριστα του γάμου.

 

Ένας παπάς γυμνή τη παπαδιά του

στα τέσσερα την έχει να βογγά.

Τι νοστιμιές σε τούτον τον οντά;

Απλώνω και γραπώνω τ΄απαυτά του. 

 

Στριγγλίζει η παπαδιά στριγγλά κι ο τράγος

(Ο Σατανάς θα είναι συμφωνούν).

Αυτά τραβάνε κι άλλα όσοι βινούν

το Σάββατο. Μέγα εστί το άγος.

 

Μια κόρη τον Αυνάν τιμά με πάθος,

κλεισμένη στη σοφίτα της. Τολμώ

κι απάνω της πλησίστιος ορμώ,

ως  Σάτυρος, μ΄ αθώος κατά βάθος.

 

Στριγγλίζει… Τι καζίκι;  Ο Κανένας

την άγγιξε και γύρω της κοιτά.

Πόσο Θεέ τα στήθια της στητά,

μα βιάζομαι. Την πόρτα μιας ταβέρνας,
 
 
περνώ και κουλουριάζομαι στον πάγκο,

μονάχος το κρασάκι μου να πιω.

Διαλέγω αγιαννήτικο από τη Χιό

και μάγκα μου δεν θα πλερώσω φράγκο.

 

Ξανθό η ταβερνιάρισσα  κουκλάκι.

Της ρίχνω πεταχτά ένα φιλί.

Στριγγλίζει. Φρικιασμένη απειλεί,

σουφρώνοντας το κόκκινο αχειλάκι.

 

Τρείς της νυκτός κι ακόμη σεργιανίζω

για σάρκα διψασμένος ο τρελός.

Ποιος να ναι τάχα τούτος ο φελλός,

απάνω στη γυναίκα μου; Στριγγλίζω…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013


Ένας Θάνατος

 
Νωρίς προχτές γύρισες σπίτι,

μποτζάροντας απ΄το ζερβί

και κατακόκκινη τη μύτη.

 

Πήρες σβησμένη το βιβλίο

και διάβασες απ΄ την αρχή,

του Ιλαρίωνος τον βίο.

 

Την Κυριακή δεν είχες κέφι.

-Θέλω να μείνω νηστική.

Χόρευε ο χάρος με το ντέφι.

 

Την άλλη μέρα πριν νυχτώσει

σε παραλήρημα βαθύ:

-Κάποιος τον σκύλο να σκοτώσει.

 

Σιμά σου κάθισα μητέρα,

να σου κρατήσω συντροφιά.

Τρείς το πρωί πέρασες πέρα.

 

Έχεις τα χέρια σταυρωμένα.

Σαν Παναγιά χαμογελάς

και είναι όλα πια σωσμένα.

 

 

 

 

 

 

 

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013


Ένα καιρό



Ένα καιρό τα χρώματα σαλεύανε,

διπλή σειρά στο κέντρο της καρδιάς μου.

Ερωτιδείς τις ενοχές χαϊδεύανε,

με το φτερό το λάγιο του Εράσμου.

 

Ένα καιρό τ΄αστέρι κατηφόριζε,

μ΄ένα στρεβλό στο χέρι του μπαστούνι,

αποκριάς τρελής την πύρα σκόρπιζε

και νυφικά τραγούδια στο καντούνι.

 

Ένα καιρό της ήττας τα φιλήματα,

μια γεύση αφήναν θάλασσας του Νότου.

Βράζανε στον γαρμπή στοιχειά και κρίματα,

ψυχώνοντας τις φτέρνες του Ασώτου.

 

Ένα καιρό χρυσάνθεμα στολίζανε,

κλειστές αυλές, παράθυρα σπασμένα.

Ανασαιμιές τους ουρανούς γκρεμίζανε,

οι προσευχές μην πάνε στα χαμένα.

 

Ένα καιρό οι σάρκες είχαν όνομα,

τα σωθικά επίθετο και ρίζα.

Τώρα τα λόγια μου τα σάπια δόλωμα,

σαν Κυριακάδες κάτω απ΄τη μαρκίζα.

 

 

 

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013


Στο θέατρο, λίγο πριν το γύρισμα του χρόνου

Κανόνι στρέψε πάνω μου. Οι παραστάσεις,

λίγο πολύ όλες διψάνε για μαγεία.

Τώρα που δώρημα η κόπρος του Αυγεία,

φίλε, σπιθάτο έχε νου μην και το χάσεις.

 
Κανόνι στρέψε πάνω μου. Είμαι Αμλέτος

και ξερικό του πάλαι Γιόρικ συ κρανίο.

(Υγρό το θέατρο, σωστό κωλοχανείο).

Επιτυχίες κι Ευτυχές το Νέον Έτος.

 
Εγώ ειμί αντιλαβού πτωχός και πένης

και ψαλιδάκι στο κιβούρι της Ελένης.

 

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013


Λίγο πριν τα Χριστούγεννα

 

Απόδειπνο… Λαμπάδες στο Κουρείο,

μιαν έξοδο πενθούν εθελουσία.

Αιώνων υπομένω αλουσία,

οδεύοντας γυμνός προς το Θηρίο.

 

Με του κρημνού τα τσόφλια μες στη τσέπη,

σαν άρρωστο παιδί σε χοσπιτάλι,

θα στρέψω σαν και πρώτα το κεφάλι,

τον Δικαστή να βρω που μετατρέπει.

 

Χριστούγεννα στων Λύκων τη βιτρίνα,

πυρέσσω τυλιγμένος με ποπλίνα.

 

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013


Ο  Αφρός Των Ημερών

 

Ο Άνθρωπος  αφρός των Ημερών.

(Δυο-τρείς αναπνοές, μετά σκοτάδι).

Μονάχα ο Θεός την βγάζει λάδι,

Ερώμενος μαζί και ο Ερών.

 

Για λίγα δράμια νόθας ηδονής,

με πούλησε η μάνα κάποιο δείλι,

το πράσινο βαδίζοντας το μίλι

ως Κόρη, θαρρετά προς τους Φονείς.

 

Ο Άνθρωπος αφρός των Ημερών,

τη λέξη συλλαβίζει του Cambronne.

 

 

Αι-Γιάννης Αυτοβιογραφούμενος

 
Τσιγάρα, πρωινές εφημερίδες

και κάτι να σημαίνει πάντα τρις.

Δεν στάθηκα στoν βίο Ηρακλής,

Τζαννής απλά, Τζαννής με παρωπίδες.

 

Λεπίδι; Για ψωμάκι… Ήμουν πάστα

που τρόμαζε βαριά τις αστραπές.

Ο νόμος μου καρέκλα, καναπές,

σκαμμένα της κιθάρας μου τα τάστα.

 

Τσιγάρα, πρωινές εφημερίδες

και πρόγευμα corn flakes με ακρίδες.