Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014


Ευαγγελισμός στο μείον ένα 

 

Ζαλωμένος αναμνήσεις ξεγελιέμαι,

πως ακίνητος ο χρόνος μες στα σπλάχνα.

(Πίσσα γύρω μου, σκοτάδι, μόκο, άχνα).

Τη πληγή που δίνει ο Λόγος καταριέμαι.

 

Κολοσσαίο. Τις αρμάδες των δακρύων,

σιχτίριζω ενεός απ΄την εξέδρα.

Ξεγλιστρώντας σαν αντάρτης την ενέδρα,

κρύβομαι να μην με βρουν στο ένα μείον.

 

Τα κοράκια θα με πάρουν παγωμένο,

λίγο πριν αρχίσω πάλι ν΄ανασαίνω.

 

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014


Ο Ζητιάνος

 

Με χέρι απλωμένο, φίσκα ψύλλους,

μιας χίμαιρας γυρεύω τις ανέσεις.

Τ΄ομολογώ… Υπήρξαν παραινέσεις,

από εχθρούς συχνά μα κι από φίλους.

 

-Στ΄αυγά σου κάτσε,  γέρασες καημένε.

Οι δρόμοι πια δεν κάνουνε για σένα.

Γενήκαν όλα κίβδηλα και ξένα.

Στα ίδια τα γνωστά, στάσου και μένε.

 

Ένας ζητιάνος χύθηκα στη πλάση.

Βαριόμουν σφόδρα, ήταν και η θλάση.

 

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014


Στη  Πόλη των Ψυγείων

 

Ξημέρωσε στη πόλη των Ψυγείων.

Τα τρόφιμα, εν τάξει μας καλούνε

στης μέθεξης τη  στύση. Τι λαλούνε

οι κύνες,  μες στο τραύμα και το πύον;

 

Διαλέξαμε σωστά εμείς το δρόμο.

Γαστέρα και ορθό η πλάση όλη.

Γιομάτο φτάνει να χεις πορτοφόλι

και πνεύμα βολικό και γαλαντόμο.

 

Ξημέρωσε στην πόλη των Ψυγείων.

Τους θερμοστάτες στρέψτε βία  δύο.

 

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014


Ενύπνιο B

 

Φωνές από μετάξι μες στη νύχτα:

«Της πλήξης το κεφάλι με φαλτσέτα

κάμε ψυχή και κόψε». Μια ρετσέτα

στη φρουτιέρα αφημένη, μια σφυρίχτρα.

 

Μουσκίδι στον ιδρώτα. Νεκροκέρι

σαν την Κραυγή του Μουνκ. Δεινών σωρεία.

Οι Φρύνες μου γυμνές σε μαυσωλεία,

μου στήνουν Αυγουστιάτικα καρτέρι.

 

Στις Θήβες με γανιάσανε τ΄αηδόνια:

«Σύννεφο συ με τρύπια πανταλόνια».

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014


Στην Ατόλη


Στ΄ άγονα νησιά του Παραδείσου,

ότι κουβαλάς πατρώο γδύσου.

Έφτασ΄ο καιρός, ο γυαλιστερός,

κίναιδοι να κυλιστούν μαζί σου.

 

Μια πιρόγα μπάζει λησμοσύνη.

Έχει μπάρκο την κυρά-Φροσύνη.

Σάβανο νερό. Σπάσε το φτερό.

Μόνο έτσι θε να βρεις γαλήνη.

 

Παίδες ευλογούνε τις ανέσεις.

Δόντια έχεις όλα να τ΄αλέσεις.

Φάρμακα πικρά, σύμβολα λυγρά,

σαν ανελκυστήρας. Θα πονέσεις

 

μέσα στων αστών τις ακροπόλεις.

Δες περνάει πάλι ο Παγοπώλης.

Τι να θυμηθείς; Βράδιασε νωρίς,

στην αρμύρα τούτης της ατόλης.

 

 

 

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014


Που Θειάκι;

 

Τα σφαγμένα χείλη μιας μητέρας,

κάνουν προσευχή σε κάποιο Τέρας.

Τρούλος σκοτεινός,  Αιμυαλούς ληνός.

Θάνατος και μόνο ότι  γέρας.

 

Κίτρινα λαμπιόνια ξεπλυμένα,

φέγγουνε παράξενα θλιμμένα,

πάνω σε γιορτές, μέσα απ΄αορτές.

Θα τα βρει ξημέρωμα καμένα.

 

Με τυφλού μπαστούνι τριγυρίζω,

στα παλιά λημέρια και σφυρίζω.

Ποιος ν΄αντισταθεί δίχως να χαθεί;

Τρίστρατα με λάβδανο ραντίζω.

 

Ένα με σταμάτησε αυλάκι.

Μου΄ βαλε η νοτιά κασκόλ, σακάκι,

γάντι ασορτί. Έρχομαι πεζή.

Δύσκολο πολύ να βρεις το Θειάκι.

 

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014


Ονομαστική Εορτή

 
Στιβάλια θα φορέσω του θανάτου,

χλωμές να σεργιανίσω γειτονιές.

Μαντρότοιχοι παντού και κλειδωνιές

και χρόνος με χυμένα τα μυαλά του.

 
Πρωτοχρονιά της παγωνιάς τα μύρα,

στα κόκαλα μου σπέρνουν συμφορά.

Ανύποπτο με στρίμωξε η φθορά

και των προγόνων η τριζάτη ψείρα.

 
Η πρώτη μου αγάπη λιθιασμένη.

Η δεύτερη για βάραθρο τραβά.

Παγαίνω όπως-όπως στα στραβά,

με τη  τυφλοψυχή  κατασκιαγμένη.

 
Θα βάλω το παλτό που λέγουν πλάνη

και της φυγοδικίας το κασκόλ,

ανήμερα του Αη-Γιάννη  μες στο χολ,

τους γύψους να θαυμάσω στο ταβάνι.