Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014


Γράμμα Δελφικό στον κ. Νίκο Περδίκη

 

Αγαπημένε Φίλε και Πατέρα,

συχώρα της γραφής μου το φονιά.

Λησμόνησα τη μέρα, τη χρονιά,

το μήνα, μα κρατώ τη λαγουδέρα

 

στα χέρια μου σφικτά σαν να ναι κάτι

που θα χαρίσει βέβαιο χαμό.

-Μια μελωδία παίζουν του Rameau-.

Ποιος δρόμος ανοιχτός; Ποιο μονοπάτι;

 

Με Voltaren κοιμάται η Πυθία.

-Τη σφάζουν τελευταία οι γοφοί-.

Στ΄ΑΡΙΩΝ χαμηλών΄η οροφή

τόσο που καταντά παραμυθία.

 

Φάρους δεν έχει τούτος ο αιώνας,

μόνο ξεκοιλιασμένα θωρηκτά.

Των Ευμενίδων αίματα πηκτά,

αρδεύεται ο μέγας Ελαιώνας.

 

Γυμνοί έξω απ΄τη Θήβα Πακιστάνοι,

στη Κρύα βουρκωμένο το νερό.

Xρειάζεται κουμάντο σταθερό,

τη κάρα σα βατεύεις με τρυπάνι

 

Κολοκυθιά, δεν παίζουν με τις νότες

τις λυγμικές που ψάχνουν λυτρωμό,

σε πλαστικά με μέλανα ζωμό

ποτήρια… Τι σημαίνουν οι Ευρώτες,

 

ο Δαίμων θα μας πει της Μεσημβρίας.

Φθηνό το πρώτο χιόνι δεν αρκεί

να μας σκεπάσει… Πάντα εν σαρκί,

σ΄ασπάζομ΄Ακριβέ, πλήρης υγείας.

 

Μια Πασχαλιά στη Κόλαση

 

Τα καλεντάρια ύσσωπο μυρίζουν

και φλιτ από σαλόνια πληκτικά.

Μορφές αγαπημένων τριγυρίζουν,

με βρώμικα στους δρόμους νυχτικά.

 

Μαζί κι εγώ ως σκύμνος πληγιασμένος,

που στέκει στο κατώφλι μιας παλιάς

αγάπης, ενστερνίζομαι το μένος

προφήτη. Μεσημέρι Πασχαλιάς,

 

γλυκά στους ποινικούς θε να δοθούνε

και σέρτικα τσιγάρα. Σιχασιά

γι΄αυτούς που με τα colt περιπολούνε,

στης Κόλασης εδώ την εμπασιά.

 

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014


Lacrimosa
 

 
Μου χάρισε μια πλάκα ο Θεός,

ανήμερα της κοίμησης. (Τι πρόζα;)

Ως πέρα ουρανός γαλακτερός

και ξέσπασμα σοπράνο: Lacrimosa.

 

Ο νους μου σ΄αδιέξοδο φρικτό,

να μελετά τα ίδια και τα ίδια.

Το σκότος χειρουργούσα το πηχτό,

με πλάτη κολλημένη στα σανίδια.

 

Παράθυρα ασύμμετρα, στραβά.

Θαλασσινό του Παύλου κοιμητήρι.

Οι φίλοι, το δικό τους το χαβά.

Γιατί να τους χαλάσω το χατίρι;

 

Μου χάρισε μια πλάκα ο Θεός,

κι αισχυντηλή στα πόδια μου μιμόζα.

Συλλάβιζε ο άγγελος ψευδός,

απάνω στο ταφί μου: LACRIMOSA.

 

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014


Σιχάθηκα

 
Σιχάθηκα τις κρύπτες, τα φεγγάρια,

τα φέρετρα, τους τάφους των προγόνων.

Ας γράψω για τους σκύλους των γειτόνων,

για το κρασί που βράζει στα κελάρια.

 

Ας γράψω για του έρωτα την πάλη

απάνω σε σεντόνια μεταξένια,

τα ρόδα, τη μολόχα, τη γαρδένια,

της Καίτης της μαργιόλας την αγκάλη.

 

Σιχάθηκα τα κόρνα του θανάτου,

τον «Άμωμο», τη φάρα των αγίων.

Ας γράψω για τις ΜΕΛΟ, για τις ΙΟΝ,

τη γλύκα τη μεστή του μαντολάτου.

 

Ας γράψω για γλουτούς και για αιδοία,

για χάρες ξαναμμένων μοιχαλίδων,

για ούζα συνοδεία πεταλίδων,

ας γράψω εν ανάγκη και γελοία.

 

Της Πρέβεζας σιχάθηκα το μόλο.

Ας γράψω για της Μούσας μου τον κώλο.

 

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014


Συμβουλή προς Ποιητή

 

Χορτάτος τι στιχάκια να σκαρώσεις;

Ψυχή βαριά, ποδάρια πιο βαριά.

Λιανή πολύ της μέρας η ψαριά...

Κάλλιο βρε Γαργαντούα να ξαπλώσεις.

 

Τα όνειρα κι αυτά σακατεμένα.

(Ρεψίματα και πόνοι στο λεπτό).

Της Ποίησης το σώμα το σεπτό,

σε στρώματα κακώς συγκερασμένα.

 

Να γράφεις σου προτείνω νηστικός.

Αν όχι, πως θα γένεις νηπτικός;

 

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014


Ο Φυγάς

 

Ζωή σα γεναριάτικη βροχή,

να πέφτει ζαλισμένη απ΄τους λαμπτήρες

του δρόμου. Στο κατόπι μου τρεις Κήρες,

Φροϋδική  με βάλλουν ενοχή.

 

Φυγόστρατος δεν έχω πια ψυχή,

στον  Οίκο των Ναξίων να γυρίσω.

Τα μάγια προσπαθώ, μα πώς να λύσω;

Πληγή βαθιά η πάλαι αμυχή.

 

Και μια φωνή γκρινιάρα φωνογράφου:

«Για λίγο ακόμα συ φυγάς του τάφου».

 

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014



Ο Χρόνος


 

Μπαρμπέρης γέρο-Χρόνος βγάζει δόντια

κι απέ στα κεραμίδια τα πετά.

Με γέλιο παλικάρια μελετά,

να γένονται σε μιαν στιγμή γερόντια.

 

Με μένα τα χει βρει κομμάτι σκούρα.

Δεν είμαι από κείνους τους θνητούς

που κλαίγονται. Δεμένους και λυτούς,

περιφρονώντας στην ανεμοδούρα,

 

το μέτωπο ορθώνω δίχως φόβο.

(Συλλήβδην οι ρυτίδες μ΄αγαπούν).

Στην Πόλη Μωχαμέτηδες σα μπουν,

τον πρώτο φέτες-φέτες σας τον κόβω.

 

Ο Χρόνος λωποδύτης κλέβει σάρκα,

κι ευθύς στο σκυλολόι την πετά.

Προτού με κλείσουν μάρμαρα μπετά,

τη σάπια μοναχός θα κάτσω βάρκα.