Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014


Ο τάφος μου

 

Φρεσκότατος ο τάφος μου, ημέρας

τις σάρκες θα βολέψει μια χαρά.

Για δύο και μισή για τρείς παρά,

της παρουσίας μου θα γένει πέρας.

 

Φρεσκότατος ο τάφος μου, τσιφλίκι.

Εδώ θα την αράξω για καλά.

-Κιβούρι ακουμπήστε απαλά,

νεκροπομποί ανάλγητοι, μουζίκοι.

 

Φρεσκότατος ο τάφος μου. Οι φίλοι

εντός μου συνωθούνται ζωηρώς.

Τη συγκατάθεση μου σιωπηρώς,

τους δίδω με χαμόγελο στα χείλη.

 

Φρεσκότατος ο τάφος μου, σκαμμένος

με τέχνη θαυμαστή μηχανικού.

Πίσω αφήνω μέρες πανικού

κι ευτάκτως κείμαι, ντιπ αποθαμένος.

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014


Χαιρώνεια 338 π.Χ

 
Δριμάρη θε να μάθεις πως με βόλησαν,

οι Θεσσαλοί με τόξα και σφενδόνες.

Τα λόγια σου ποσώς με παρηγόρησαν:

«Ο Λυσικλής μισεί τους Μακεδόνες».

 
(Μαλλιά κυματιστά σχεδόν αχτένιστα,

το μάτι δυνατό, -λάμπα θυέλλης-),

κάμε θεριού καρδιά κι απλά μηδένιστα.

Ο ουραγός υπήρξα της αγέλης.

 
Δριμάρη θε να μάθεις τα καθέκαστα.

Το τρένο της φυγής μου της μεγάλης,

σαν αφιχθεί στη Πόλη, (δες το αδέκαστα),

καλό για με ν΄αρχίσεις ν΄ αμφιβάλλεις.

 
Τώρα σκασμός. Τα φάρμακα χυθήκανε,

δοξαστικά στου αίματος τους δρόμους.

Ο εαυτός: «Θνητέ στο φως ανίκανε,

με ποιο ποδάρι πάτησες τους Νόμους;»

 

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014


Στο Ίδρυμα

         Του κ. Θανάση Ροΐδη


Στο Ίδρυμα οι πόρτες σφαλιστές.

(Ο Φύλακας κουφός, κλειδιά βροντάει).

Οι μέρες μου βυθίζονται στο τσάι,

που μισοήπιαν χαύνοι Σοφιστές.

 

Χαλεύω με κουρέλι τη στολή,

τα τσίγκινα παράσημα μιας ήττας.

Εδώ θα ξεψυχήσω σαν Ακρίτας,

χαριστική αιτούμενος βολή.

 

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014


Στην Αναμονή

 Τα καλοριφέρ ξεπατωμένα.

Ψυχή μου μαργωμένη πως βαστάς;

Όρος σιμά… Η ταν η επί τας.

«Σαν τι να ορεχτώ από σένα;»

 

Πλανίζει ο μαραγκός της γειτονιάς.

Στάζει ο ιδρώς στα ροκανίδια.

Θα του πω τα ίδια και τα ίδια.

Θα μου πει: «Ελόγου σου ο φονιάς».

 

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014


Στο Καθαρτήριο

 
Απισχνασμένο φως της Αναστάσεως,

σκορπίζει αποτσίγαρα στου Γκύζη.

Εσύ παρά την θύραν της Κολάσεως,

κι αυτός –Άρχων Μυγών- να μη σ΄αγγίζει.

 
Μέρες σαράντα κατοικούσες δώματα,

με ζέον αγιασμένα και φορμόλη.

-Ποιος ήσουν Ξειν πριν μπεις χλωμός στα χώματα

κι ερωτευτείς τ΄ωραίο περιβόλι;

 
-Τεφρές φωτογραφίες του πλανόδιου,

μιας Κυριακής του Μάρτη  ξεροβόρι,

συμπλέγματος καμπύλη οιδιπόδειου,

ο Θάνατος εγώ  μαζί κι η Κόρη.

 
Πάνω αστερισμοί να ξεροβήχουνε,

στα φθισικά της νιότης τα τοπία.

Κάτω τρεις Άργοι χέρια να σου λείχουνε,

στερνή φορά γυρεύοντας θωπεία.

 

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014


Βλέπω
 
Βλέπω ταχιά τα μάτια να γυαλίζουνε,

σα λύκου λιγωμένου για πατρίδα,

φωνητικές χορδές να ονοματίζουνε,

μιας φρέσκιας συμφοράς την πινακίδα.

 

Τους ποιητές να σέρνουν τα ποδάρια τους,

στα χνάρια πάνω δύσοσμων προγόνων,

ν΄αποπατούν ανάπαιστους ανάλατους,

πιωμένοι μέσα σ΄Αίθουσες των Θρόνων.

 

Βλέπω φωλιές φιδιών, μήτρας ραγίσματα,

δικανικούς αγώνες, ταλαντεύσεις,

της θάλασσας καημούς και παιχνιδίσματα,

εικονικών πλαγγόνων συνευρέσεις.

 

Σοβιετικές ανάσες να θολώνουμε,

μιας Kodak μηχανής τον ζουμ φακό της,

τους Γραμματείς του Ογδόντα ν΄αργολιώνουνε,

στο χώμα που πατούσε ο Καταδότης.

 

Πρώτα ψυχή, τα δάχτυλα κατάλληλα

να χειρισθούν κανόνι-προβολέα,

πριν οπλισθώ με λέξεις του Καβάσιλα

Βυζαντινές, κατά του Εισβολέα.

 

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014


Ο Φανοκόρος
 
Χορταριασμένα δειλινά στην Εξορία,

βάζω τα βρώμικα και παίρνω τα σοκάκια.

Οι φανοστάτες στη σειρά σαν στρατιωτάκια,

ψάλλουν τον « Άμωμο», το « Δεύτε» στεντορεία.

 

(Του κλεφτοφάναρου η φλόγα πάει να σβήσει).

Στ΄αστέρια μόνο παρηγόρια θε να βρούνε,

των βάλτων οι κολίγοι. Βλέπεις ενοχλούνε,

όσοι απέρχονται γενναίοι πριν την Δύση.