Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014


Ο Ξενιτεμένος Αδελφός
 
Δεν μπόρεσα τη γάζα, το κινίνο,

του Koch τη λιγομίλητη αρρώστια.

Των Ποιητών κοινώνησα εντόσθια,

για πρώτη και στερνή φορά στο Ρήνο.

 
Αφόρετα για τέρμινα παπούτσια.

σαν έχιδνες χιμίσανε στα πόδια.

Ανάμεσα εγώ σε σάπια ρόδια,

σοφά τυραννισμένος απ΄τα πούσια.

 
Δεν μπόρεσα. Ζητιάνα η Πατρίδα,

της Πρέβεζας ΄ρεγόταν τη μερίδα!

 

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014


Χαρούμενος Πηγαίνω
 
Χαρούμενος πηγαίνω προς τους τάφους.

(Ροκάνα, τόπι,  ρουλεμάν, σφεντόνα).

Εγκαταλείπω Φίλε τον αγώνα

κι ανέγγιχτους των βαλς τους ταχογράφους.

 

Χαρούμενος πηγαίνω προς τους Γύπες.

Οι κλίμακες του Άδη πως γλιστράνε;

Αν κι΄οι θνητοί πεσκέσια δεν χρωστάνε,

στα σταυρωμένα βάλε τρεις τουλίπες.

 

Χαρούμενος πηγαίνω. Πράξη πρώτη.

Νεκρώσιμος στον Άγνωστο Στρατιώτη.

 

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014


Παιδική Ηλικία του Ποιητή
 
Αυγάταινα το βιός μου στες αυλές.

Η Πρέβεζα; Σαν γνώριμη βιτρίνα…

«Το στήθος δείξε λίγο Κατερίνα».

Σχολείο, μπάλα, ύπνι και χαλές.

 

Το λούγκερ στο πατάρι. Τι να πεις;

Στα χέρια μου θα ξέπεφτε μοιραία.

Για πόρνους η ζωή, καλή κι ωραία.

Για με βαρβάτος  λόγος να ντραπείς.

 

Αυγάταινα το βιός μου στες αυλές!

Τ΄αγκάθι εντός στερρό κι αειθαλές!

 

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014


Τα δυό καράβια
(Ένα ποίημα για σχολική γιορτούλα)
 
-Το μαύρο εγώ παγαίνω το μαντάτο.

Οι ναύτες δίχως βιά κωπηλατούν.

Πόσες Ερμή ζωούλες θα παρθούν;

Πάλι ο Κλέων ένα με τον πάτο.

 

-Ξοπίσω τρέχω εγώ. (Δεύτερη διάτα).

Νισάφι κάμει ο Δήμος στον Οχτρό.

Το πνεύμα θαλασσόλυκοι ορθό,

τι οι πρώτοι δεν θ΄αφήκουν μήτε γάτα.

 

Να σκέφτεσαι διπλά βροτέ πριν πράξεις!

Ο θάνατος σκαλί και θα σκοντάψεις!

 

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014


Στο Λατομείο

 Σε ρήγμα χαψωμένος νοσταλγώ,
μιας πρόστυχης πατρίδας τους κοθόρνους.
Αλήτες μας φωνάζανε και πόρνους
στις Συρακούσες. Χάρτινη Αργώ,

στο σπίτι ας μ΄επέστεφε. Αργά…
Και μήνες τρεις. Μην βιάζεσαι ψυχή μου;
Ο πιο φτωχός ολάκερου του Δήμου
μα λέφτερος, χωρίς την λαιμαριά.

 

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014


Οπλίτης Χαρίδημος
 
Σαν έσκυψα να πιω απ΄το ποτάμι,
τα βέλη δεν με σκιάζανε σταλιά.
Στρωμένα είχε ο Δίας τα χαλιά.
Ας πάγαιναν τα νιάτα μου χαράμι.

Λίγο νερό, καΐλα μου να σβήσω.
Η Εκστρατεία τέλευε πικρά.
Πολλά μας περιμένανε οικτρά,
καλύτερα –σκεπτόμουν- να μην ζήσω.

Χρόνους επτά σκαφτιάς στα Λατομεία,
του Άδη κάμω πάντα τον Ταμία.

 

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014


Του Ασώτου

 Με πρόστυχες γυναίκες σ΄ένα βάλτο,

ξημέρωσα μαδώντας το φτερό.

Λιμπίστηκα ότι φανταχτερό

και να ΄μαι βήμα ένα πριν το σάλτο.

 

Τ΄αστρόνειρα σβησμένα με σφουγγάρι.

(Χαρούπια μοναχά για πρωινό).

Ο Θάνατος το ύστατο δεινό,

για με το κουρασμένο παλικάρι.

 

Η προίκα; Να ΄ταν κι άλλη... Μια δεκάρα,

δεν στάθηκε στη τσέπη τσακιστή.

Με φώναζε τ΄αδέλφι μου «ληστή»

κι αυτός-σωστά να λέμε-, κωλοφάρα.

 

Ακόμα μια ζαριά τυφλά θα παίξω.

Ας χάσω, δεν σκοτίζομαι. Γραφτό

στο Σπίτι να πιστρέψω, να κλαφτώ.

Σφαλιάρα το πολύ και «πούστη έξω».

 

Τον Μόσχο θα γυρέψω, τον Πατέρα

και το παχύ πουγκί στην εταζέρα.