Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014


Μαρτυρολόγιο Συνοικιακού Καφενείου
 
Ο λώρος των Αγίων στο λαιμό μου,
παράσημο μιας άστοχης βολής.
Δεκατιανό, απόσταγμα χολής
κι απέ για παραγιός του Οικοδόμου.

Τα χέρια που βαστάξανε τη θλίψη
σαν άστρο από τέρμινα σβηστό,
υψώθηκαν στον τέταρτο ιστό,
κομμένα απ΄τη ρίζα. Πώς να ζήσει

πεινώντας και διψώντας για Πατέρα,
ο άφροντις διαβάτης των νεφών;
Ανοίγω το συρτάρι: Bic, depon,
κοντόμια, ξυλοκέρατα, μια βέρα

και χύδην αποκόμματα ονείρων.
Γηράσκω… Οι θαμώνες κωμικά,
πεθαίνουν σωρηδόν στα ξαφνικά,
Ερμού, Λαύρου και Λέοντος μαρτύρων.

 

 

Τρίτη 24 Ιουνίου 2014


Η Αναζήτηση
 
Κατεβασμένο ψάχνω ποταμό,

πιστόλι parabellum να δουλεύει,

μαχαίρι τροχισμένο να γιατρεύει,

τον πόνο της ζωής τον ιταμό.

 

Των ηττημένων ψάχνω τους γκρεμούς,

ταβάνι γυψοκέντητο ν΄αντέχει,

μια μέρα τον αγλέουρα να βρέχει

και τότες θα σταθώ, θυσίας βους.

 

Το χέρι Καρυωτάκη μη μ΄αφήνεις!

Φίλος εγώ, Σαμιώτικο να πίνεις!

 

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014


Μεταστροφή
 
Ξαπλώθηκα στο χώμα κι΄ήταν δείλι.

Τα πόδια μου δυό κούτσουρα, καρδιά

καλά μανταλωμένη με καρφιά,

τσιγάρο ξεχασμένο στ΄ακροχείλι.

 
Να πάγω μπρος μαθές; Να πάγω πίσω;

Το μονοπάτι σάρισες πλεχτές.

Στο παρελθόν ανήκα και στο χθες.

« Εδώ Βουνέ τα μάτια μου θα κλείσω»,

 
ψιθύρισα και γύρισα στο σπίτι,

μ΄υγρή και κατακόκκινη τη μύτη.

 

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014


Προς Εκταφήν
 
Αχνίζουν οι νεκροί τα μεσημέρια.

(Ο θάνατος υπόθεση Κυρίων).

Εντός μου, της απόγνωσης ο κύων

γαυγίζει, πρήζοντας μου τα τζιέρια.

 
Τα μάρμαρα κρατούν τις μαυροφόρες,

καθώς ιστός αράχνης τα μαμούδια.

Στο βάζο «Made in China» τα λουλούδια.

Ο Γέρος:« Πως πιθύμησα τις κόρες,

 
το χιόνι το αφράτο του Γενάρη;

Νισάφι πια. Σαν τρία πλησιάζουν,

τα πνεύματα σαν αδελφό σε κράζουν.

Μαντρώνεται στα ξύλα το Λιοντάρι;»

 
Αχνίζουν οι νεκροί τα μεσημέρια.

Ο γιος εγώ, εγώ και ο Πατέρας.

Το βράδυ που ανοίγει ο «Αστέρας»,

στα σκοτεινά θα δώσουμε τα χέρια.

 

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014


Στις γειτονιές των Βησιγότθων
 
Εδώ στις γειτονιές των Βησιγότθων,
χορεύοντας πυρρίχιο γερνώ.
Το κάθε δείλι λέω είν΄το στερνό.
Αλλοίμονο… Των ευσεβών μου πόθων

οι σκαλωσιές, ξανά υποχωρούνε.
(Το ψέμα φανερώνεται αδρά,
μήτρα γιομάτη βλέννα και υγρά).
Σκουτιά οι Φιλικοί φαιά φορούνε.

Εδώ στις γειτονιές των Βησιγότθων,
τα μέταλλα χτικιάζουν με των όρθρων.

 

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014


Ο Κλόουν της Χαλκίδας

                                  Στον Νίκο Περδίκη

 
Ανοίγω το παράθυρο. Τα σκότη,
λιόντες χιμάνε βουρ να με ξεσκίσουν.
Όσοι πεθάνουν φίλε κι όσοι ζήσουν.
Οι έσχατοι περνάνε τώρα πρώτοι.

Μαζί κι εγώ φορώντας νιτσεράδα
και πίλο κλόουν. Κλάψε με Χαλκίδα!
Στη φτέρνα μου το δάκρυ σου ακίδα
και μοίρα των Μηλίων αποφράδα.

Στις γέφυρες βακχεύω σαν ζεϊμπέκης.
Το θέατρο σκιών αργεί. « Κυρ-Γιάννη,
ας πιούμε αγκαλιά και το βιδάνι.
Ακόμη μια χαρά, λεβέντης στέκεις.

Ποστάλι φωτισμένο μας προσμένει.
(Οι ναύτες ξεχασμένοι ποιητίσκοι).
Μ΄ αλλοίμονο, εσύ κι εγώ δυό ίσκιοι,
που χέρι μανικό μας ανασταίνει».

 

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014


Καιρός του απολέσαι
 
Ο άνεμος βαλσάκια και καντρίλιες,

ανάμεσα στα μνήματα. Τρεις Φίλοι,

δυσοίωνοι ως άλατος μια στήλη,

πίσω σκοπιά κρατούν από τες γρίλιες

 
των Ερώτων. Απάρνηση καπνίζουν

φθηνή, απ΄της Ομόνοιας τα γκέτο.

Στα χέρια μου φαλτσέτα και στιλέτο,

της Αθηνάς το πέπλο τεμαχίζουν.

 
Ο άνεμος καπλάνι στις βιτρίνες

με τα στραβοχυμένα στρατιωτάκια.

Ανοίγω το συρτάρι... Τσιμπιδάκια,

μπουρούδες, αστρολάβοι και σειρήνες.

 
Και μέσα στων αιμάτων τη γλυκόζη,

τα στήθια πριν μαλάξω της Ελένης:

«Ανόητο να ζεις και να πεθαίνεις».

Η τύρβη των θαυμάτων δεν μου αρμόζει.